OK

Η αγγλική έκφραση okay ή ΟΚ / Ο.Κ. (σπανίως οκέι) σημαίνει, κατά κανόνα, «εντάξει» και αποτελεί χαρακτηριστικό αμερικανισμό, που χρησιμοποιείται συνήθως για να δηλώσει αποδοχή ή συμφωνία. Πολλές φορές χρησιμοποιείται απλώς ως συνομιλιακό εκφώνημα ή για να δηλώσει ότι η ποιότητα ενός αντικειμένου είναι ικανοποιητική.

Χρησιμοποιείται πολύ συχνά στην αγγλική γλώσσα, αλλά έχει πλέον ενσωματωθεί σε διάφορες γλώσσες ως λεξικό δάνειο.

άλλες γλώσσες
العربية: أوكي
تۆرکجه: اوکئی (Ok)
Boarisch: Basst scho
বাংলা: ওকে
català: OK
čeština: OK (souhlas)
dansk: Okay
Deutsch: Okay
English: OK
Esperanto: Okej
español: OK
eesti: Okei
euskara: OK
فارسی: اوکی
suomi: Okei
français: OK (expression)
עברית: או. קיי.
हिन्दी: ओके
hrvatski: OK
magyar: O.K.
հայերեն: Օքեյ
interlingua: Okay
Bahasa Indonesia: Oke
italiano: Okay
日本語: OK (表現)
한국어: Okay
Latina: Okay
lietuvių: O.K.
latviešu: OK
Nederlands: Oké
norsk nynorsk: OK
norsk: Ok (ord)
ਪੰਜਾਬੀ: ਓਕੇ
Papiamentu: Ok
polski: OK
português: OK
română: Okay
русский: Okay
sicilianu: OK
Simple English: OK
српски / srpski: Okej
svenska: Okej
తెలుగు: ఓకే
ไทย: OK
українська: ОК
oʻzbekcha/ўзбекча: Okey
Tiếng Việt: OK
中文: OK