De facto

Η λατινική φράση de facto (ντε φάκτο, εκ των de (από) και factum (γεγονός, πράξη) σημαίνει «εκ των γεγονότων» ή «εκ των πραγμάτων». Στην νομοθεσία, συχνά σημαίνει «αυτό που εφαρμόζεται πρακτικά αλλά που δεν επιβάλλεται από τον νόμο», ή «μια πράξη ή μια πραγματικότητα όχι επίσημα κατοχυρωμένη». Χρησιμοποιείται συχνά σε αντίθεση με το de jure (το οποίο σημαίνει «κατά τον νόμο») όταν γίνεται αναφορά σε θέματα νόμου, κυβέρνησης, ή σε τεχνικά θέματα (όπως τα πρότυπα de facto) τα οποία αποτελούν κοινή εμπειρία όπως αυτή δημιουργήθηκε ή αναπτύχθηκε χωρίς νομοθεσία ή ακόμα και ενάντια σε αυτήν. Όταν χρησιμοποιείται σε νομικό περιεχόμενο, το de jure επισημαίνει αυτό που λέει ο νόμος, ενώ το de facto επισημαίνει εκείνο που συμβαίνει στην πράξη.

άλλες γλώσσες
Afrikaans: De facto
asturianu: De facto
azərbaycanca: De-fakto
беларуская: De facto
беларуская (тарашкевіца)‎: De facto
български: Де факто
brezhoneg: De facto
bosanski: De facto
català: De facto
کوردی: دی فاکتۆ
čeština: De facto
Cymraeg: De facto
dansk: De facto
Zazaki: De facto
English: De facto
Esperanto: De facto
español: De facto
eesti: De facto
euskara: De facto
فارسی: دفاکتو
suomi: De facto
français: De facto
Nordfriisk: De facto
Frysk: De facto
Gaeilge: De facto
galego: De facto
עברית: דה פקטו
hrvatski: De facto
magyar: De facto
Հայերեն: Դե ֆակտո
Bahasa Indonesia: De facto
Ilokano: De facto
italiano: De facto
ქართული: დე ფაქტო
қазақша: Де-Факто
한국어: 데 팍토
kurdî: De facto
Ladino: De fakto
Limburgs: De facto
lietuvių: De facto
latviešu: De facto
македонски: Де факто
монгол: Де-факто
Bahasa Melayu: De facto
Malti: De facto
Nāhuatl: De facto
Nedersaksies: De fakto
Nederlands: De facto
norsk nynorsk: De facto
norsk: De facto
occitan: De facto
polski: De facto
پښتو: دفاکتو
português: De facto
Runa Simi: De facto
română: De facto
русский: Де-факто
Scots: De facto
srpskohrvatski / српскохрватски: De fakto
Simple English: De facto
slovenčina: De facto
slovenščina: De iure - de facto
српски / srpski: Дефакто
svenska: De facto
Tagalog: De facto
Türkçe: De facto
українська: Де-факто
اردو: درحقیقت
oʻzbekcha/ўзбекча: De facto
Tiếng Việt: De facto
მარგალური: დე ფაქტო
Yorùbá: De facto
中文: De facto
Bân-lâm-gú: De facto