Ωοθήκη

Η ωοθήκη

Στη βιολογία, ωοθήκη ονομάζεται το αναπαραγωγικό όργανο του θηλυκού οργανισμού στο οποίο παράγονται τα ωάρια. Στα φυτά αποτελεί μέρος του άνθους. Εκτός από αναπαραγωγική, έχει επίσης ενδοκρινική λειτουργία, παράγοντας θηλυκές ορμόνες.

Στη γυναίκα, οι ωοθήκες είναι οι γεννητικοί αδένες που βρίσκονται από μια δεξιά και αριστερά της μήτρας. Το μέγεθος της μεταβάλλεται ανάλογα με το σε ποια ωοθήκη θα γίνει ωοθυλακιορηξία αλλά και σε ποια φάση του έμμηνου κύκλου βρίσκεται.

άλλες γλώσσες
Alemannisch: Eierstock
العربية: مبيض
asturianu: Ovariu
azərbaycanca: Yumurtalıq
български: Яйчник
brezhoneg: Vigell
bosanski: Jajnici
català: Ovari
کوردی: ھێلکەدان
čeština: Vaječník
Cymraeg: Ofari
dansk: Æggestok
Deutsch: Eierstock
ދިވެހިބަސް: ބިސްރަވަ
English: Ovary
Esperanto: Ovario
español: Ovario
eesti: Munasari
euskara: Obulutegi
فارسی: تخمدان
suomi: Munasarja
français: Ovaire
Gaeilge: Ubhagán
galego: Ovario
客家語/Hak-kâ-ngî: Lón-thoi
עברית: שחלה
hrvatski: Jajnik
Kreyòl ayisyen: Ovè (plant)
magyar: Petefészek
Bahasa Indonesia: Ovarium
Interlingue: Ovarium
Ido: Ovario
íslenska: Eggjastokkur
italiano: Ovaia
日本語: 卵巣
Basa Jawa: Ovarium
қазақша: Аналық без
ಕನ್ನಡ: ಅಂಡಾಶಯ
한국어: 난소
kurdî: Hêkel
Latina: Ovarium
lietuvių: Kiaušidė
latviešu: Olnīca
македонски: Јајчник
മലയാളം: അണ്ഡാശയം
Bahasa Melayu: Ovari
Napulitano: Spogna
नेपाली: डिम्बाशय
नेपाल भाषा: ओभरी
Nederlands: Eierstok
norsk nynorsk: Eggstokk
norsk: Eggstokk
Novial: Ovarie
ଓଡ଼ିଆ: ଡିମ୍ଵାଶୟ
ਪੰਜਾਬੀ: ਅੰਡਕੋਸ਼
polski: Jajnik
پنجابی: آنڈاتھیلی
português: Ovário
Runa Simi: Runtuchana
română: Ovar
русский: Яичники
sicilianu: Ovariu
Scots: Ovary
srpskohrvatski / српскохрватски: Jajnici
Simple English: Ovary
slovenčina: Vaječník
slovenščina: Jajčnik
chiShona: Makandiro
српски / srpski: Јајник
svenska: Äggstock
தமிழ்: சூலகம்
తెలుగు: అండాశయము
Tagalog: Bahay-itlog
Türkçe: Yumurtalık
татарча/tatarça: Күкәйлек
українська: Яєчник
oʻzbekcha/ўзбекча: Tuxumdon
Tiếng Việt: Buồng trứng
Vahcuengh: Rongzva
中文: 卵巢
粵語: 卵巢