Ωάριο

Gray3.png

Το ωάριο είναι το γεννητικό κύτταρο (γαμέτης) των θηλυκών οργανισμών το οποίο βρίσκεται στην ωοθήκη.

Σε κάθε ωοθήκη από την γέννηση της γυναίκας υπάρχουν πάρα πολλά ειδικά κύτταρα, που στην εφηβεία θα αρχίσουν να εξελίσσονται σε ωάρια. Κάθε ωάριο ωριμάζει και ελευθερώνεται κάθε 28 μέρες (έμμηνος κύκλος που επαναλαμβάνεται μέχρι την εμμηνόπαυση) και αυτή η διαδικασία γίνεται εναλλάξ και στις 2 ωοθήκες.

Μετά την απελευθέρωσή του, το ωάριο προχωρεί στον ωαγωγό για να καταλήξει στη μήτρα. Με την παραγωγή και την ελευθέρωση του ωαρίου παρατηρείται αύξηση της έκκρισης ορμονών από την ωοθήκη,που προκαλούν πάχυνση και εμπλουτισμό με αίμα του βλεννογόνου του τοιχώματος της μήτρας. Οι αλλαγές αυτές προετοιμάζουν την μήτρα να θρέψει το έμβρυο αν το ωάριο γονιμοποιηθεί.

Για να γίνει η γονιμοποίηση του ωαρίου χρειάζεται κατά τη σεξουαλική επαφή το πέος, το γεννητικό όργανο του άνδρα, να βρίσκεται σε στύση και τα σπερματοζωάρια να εισχωρήσουν στη μήτρα, όπου θα βρίσκονται 72 ώρες. Σε αυτό το διάστημα το σπερματοζωάριο πρέπει να γονιμοποιήσει το ωάριο. Αν το ωάριο δεν γονιμοποιηθεί, η προετοιμασία της μήτρας δεν χρειάζεται και αρχίζει μια αντίστροφη διαδικασία απομάκρυνσης διαμέσου του κόλπου, των ουσιών (βλέννα) και του αίματος που μαζεύτηκε. Μετά την καταστροφή του ωαρίου ωριμάζει νέο ωάριο.

Αν και η ύπαρξη είχε διατυπωθεί ήδη από τα τέλη του 17ου αιώνα, το ωάριο παρατηρήθηκε για πρώτη φορά μικροσκοπικά το 1826 από τον Καρλ Ερνστ φον Μπάερ.[1]

  • Παραπομπές

Παραπομπές

  1. Clift, Dean; Schuh, Melina (14 August 2013). «Restarting life: fertilization and the transition from meiosis to mitosis». Nature Reviews Molecular Cell Biology 14 (9): 549–562. http://www.nature.com/nrm/journal/v14/n9/box/nrm3643_BX1.html. 


άλλες γλώσσες
Alemannisch: Eizelle
العربية: بويضة
asturianu: Óvulu
azərbaycanca: Yumurta (hüceyrə)
беларуская: Яйцаклетка
беларуская (тарашкевіца)‎: Заплодкавая вуза
български: Яйцеклетка
বাংলা: ডিম্বাণু
brezhoneg: Viell
bosanski: Jajna ćelija
català: Òvul
کوردی: ھێلکۆکە
čeština: Vajíčko
Deutsch: Eizelle
English: Egg cell
español: Óvulo
eesti: Munarakk
euskara: Obulu
فارسی: تخمک
suomi: Munasolu
français: Ovule
Gaeilge: Ubhán
galego: Óvulo
ગુજરાતી: અંડ કોષ
עברית: ביצית
हिन्दी: डिम्ब
hrvatski: Jajna stanica
Հայերեն: Ձվաբջիջ
interlingua: Ovo
Bahasa Indonesia: Sel telur
íslenska: Eggfruma
italiano: Ovulo (gamete)
日本語: 卵細胞
Basa Jawa: Sèl endhog
한국어: 난자
Кыргызча: Энелик клетка
lietuvių: Kiaušialąstė
latviešu: Olšūna
македонски: Јајце клетка
മലയാളം: അണ്ഡം
Bahasa Melayu: Ovum
Nederlands: Eicel
norsk nynorsk: Eggcelle
norsk: Eggcelle
occitan: Ovul
português: Óvulo
Runa Simi: Runtucha
română: Ovul
русский: Яйцеклетка
Scots: Egg cell
srpskohrvatski / српскохрватски: Jajna ćelija
Simple English: Ovum
slovenčina: Vajcová bunka
slovenščina: Jajčece
chiShona: Dowokadzi
српски / srpski: Јајна ћелија
Basa Sunda: Ovum
svenska: Äggcell
Kiswahili: Ovum
Tagalog: Ovum
татарча/tatarça: Күкәй күзәнәк
українська: Яйцеклітина
oʻzbekcha/ўзбекча: Tuxumhujayra
Tiếng Việt: Noãn
Winaray: Ovum
中文: 卵细胞
Bân-lâm-gú: Loán-sè-pau
粵語: