Ψαμμίτης

Δείγμα κόκκινου ψαμμίτη.

Ο ψαμμίτης είναι κλαστικό ιζηματογενές πέτρωμα που αποτελείται από κόκκους άμμου που συγκρατούνται μαζί με ορυκτές συγκολλητικές ουσίες και κόκκους πετρωμάτων. Οι κόκκοι έχουν μέγεθος από 2 μέχρι 0,06 χιλιοστά. Συνήθως οι κόκκοι είναι από χαλαζία ή άστριο, επειδή είναι άφθονοι στο φλοιό της Γης, ενώ επίσης μπορεί να υπάρχουν κόκκοι καολίνη ή μοσχοβίτη, οι οποίοι δίνουν αντίστοιχα τον καολινικό ψαμμίτη και τον μαρμαρυγιακό ψαμμίτη. Το συνδετικό υλικό ποικίλει και μπορεί να είναι άργιλος ή αργιλικός σχιστόλιθος ή ανθρακικό ορυκτό όπως ο ασβεστίτης ή σπανιότερα ο δολομίτης. Οι ψαμμίτες πλούσιοι σε κόκκους αστρίου λέγονται αρκόζες. Ο ψαμμίτης, όπως και η άμμος έχει πολλά χρώματα, αλλά συνήθως είναι καφέ, κόκκινος, κίτρινος, γκρι, ροζ ή μαύρος.

Ο ψαμμίτης είναι πορώδης και έχει την ιδιότητα να φιλτράρει και να αποθηκεύει μεγάλες ποσότητες υγρών και γι' αυτόν το λόγο είναι πολύτιμος για τη δημιουργία αποθεμάτων νερού και πετρελαίου. Σχηματίστηκε εκεί που κάποτε υπήρχαν μικρές θάλασσες. Οι ψαμμίτες παρουσιάζονται σε πολλά σημεία της Γης, συχνότερα στις ερήμους ή σε ξηρά μέρη, όπως η Σαχάρα, η Αραβική έρημος, η αυστραλιανή έρημος και οι ανατολικές Ηνωμένες πολιτείες.

Χρησιμοποιείται στην κατασκευή κτιρίων, τόσο ως δομικό υλικό, όσο και ως διακοσμητικό στοιχείο σε δάπεδα και τοίχους.[1] Εξορύσσεται κυρίως σε ογκόλιθους από ορυχεία ανοικτού λάκκου και στη συνέχεια μεταποιείται σε εργοστασιακές μονάδες. Ως υλικό είναι ευαίσθητο στην αποσάθρωση, αν και οι μηχανικές του αντοχές διαφέρουν ανάλογα με τη σύσταση του πετρώματος.[2] Στην κοιλάδα των Μνημείων, τα στρώματα ψαμμίτη διαβρώθηκαν και σχημάτισαν τους χαρακτηριστικούς απότομους λόφους, ενώ στο εθνικό πάρκο Αψίδων από τη δράση του αέρα σχηματίστηκαν πέτρινες αψίδες.

Ο ψαμμίτης μπορεί να μετατραπεί σε χαλαζίτη με θέρμανση και πίεση, η οποία συνήθως ασκείται στις τεκτονικές κινήσεις κατά την ορογένεση.

άλλες γλώσσες
Afrikaans: Sandsteen
aragonés: Piedra d'arena
العربية: حجر رملي
asturianu: Gres
Boarisch: Sandstoa
беларуская: Пясчанік
беларуская (тарашкевіца)‎: Пяшчанік
български: Пясъчник
català: Gres
ᏣᎳᎩ: ᏃᏯᏅᏯ
čeština: Pískovec
Cymraeg: Tywodfaen
dansk: Sandsten
Deutsch: Sandstein
English: Sandstone
Esperanto: Grejso
español: Arenisca
eesti: Liivakivi
euskara: Hareharri
فارسی: ماسه‌سنگ
suomi: Hiekkakivi
Võro: Liivakivi
Gàidhlig: Clach-ghainmhich
galego: Arenita
עברית: אבן חול
हिन्दी: बलुआ पत्थर
hrvatski: Pješčenjak
magyar: Homokkő
հայերեն: Ավազաքար
Bahasa Indonesia: Batupasir
Ido: Greso
íslenska: Sandsteinn
italiano: Arenaria
日本語: 砂岩
ქართული: ქვიშაქვა
한국어: 사암
Кыргызча: Кумдук
Lëtzebuergesch: Sandsteen
Limburgs: Zandjsjtein
lietuvių: Smiltainis
latviešu: Smilšakmens
Bahasa Melayu: Batu pasir
Nederlands: Zandsteen
norsk nynorsk: Sandstein
norsk: Sandstein
occitan: Gres
polski: Piaskowiec
پنجابی: ریتلا پتھر
português: Arenito
русский: Песчаник
Scots: Saundstane
srpskohrvatski / српскохрватски: Peščar
Simple English: Sandstone
slovenčina: Pieskovec
slovenščina: Peščenjak
српски / srpski: Пешчар
svenska: Sandsten
தமிழ்: மணற்கல்
Türkçe: Kumtaşı
українська: Пісковик
oʻzbekcha/ўзбекча: Qumtosh
Tiếng Việt: Cát kết
中文: 砂岩