Χλωριούχο κάλιο

Χλωριούχο κάλιο.

Το χλωριούχο κάλιο ή κάλιο χλωρίδιο (χημικός τύπος KCl) είναι άλας του καλίου και του χλωρίου. Το όνομα συλβίνης προκύπτει από την παλιά χημική ονομασία Sal digestivus Sylvite που έδωσε ο Ολλανδός φυσικός και χημικός Φρανσίσκους Σύλβιους (Franciscus de le Boë Sylvius) (1614-1672) στο ορυκτό αυτό.

Κρυσταλλώνεται στο κυβικό σύστημα σε εξάεδρα, μερικές φορές και σε οκτάεδρα. Έχει ειδικό βάρος 1.99 περίπου και σκληρότητα 2, λάμψη υαλώδη, σχισμό τέλειο κατά (100). Χρώμα λευκό ή άχρωμο, όπως επίσης και διάφορες αποχρώσεις του κίτρινου, κυανού, κόκκινου κ.α. (ανάλογα με τις διάφορες προσμίξεις που περιέχει). Έχει τον ίδιο τρόπο γένεσης και εμφάνισης με αυτόν του αλίτη, μόνο που εμφανίζεται σπανιότερα. Διαγνωστικά στοιχεία του η εξαεδρική και οκταεδρική μορφή και η γεύση του.

Χρησιμοποιείται σαν κύρια πηγή καλιούχων ενώσεων που χρησιμοποιούνται για λίπασμα. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί σαν υποκατάστατο του αλατιού (χλωριούχου νατρίου) από όσους ακολουθούν δίαιτα πτωχή σε νάτριο.

Το χλωριούχο κάλιο χρησιμοποιείται στην καρδιοχειρουργική για να σταματά την καρδιά και στις μεθόδους εκτελέσεων με θανατηφόρα ένεση .

  • Πηγές

Πηγές

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
  • Κ. Γ.Χατζηπαναγιώτου, καθηγητής τμήματος Γεωλογίας του Πανεπιστημίου Πατρών

Πετρογραφία 2


άλλες γλώσσες
български: Калиев хлорид
bosanski: Kalij-hlorid
Deutsch: Kaliumchlorid
hrvatski: Kalijev klorid
한국어: 염화 칼륨
Кыргызча: Калий хлориди
lietuvių: Kalio chloridas
latviešu: Kālija hlorīds
മലയാളം: ഇന്തുപ്പ്
Bahasa Melayu: Kalium klorida
Nederlands: Kaliumchloride
русский: Хлорид калия
srpskohrvatski / српскохрватски: Kalijum hlorid
Simple English: Potassium chloride
slovenčina: Chlorid draselný
српски / srpski: Калијум хлорид
svenska: Kaliumklorid
українська: Хлорид калію
Tiếng Việt: Kali clorua
中文: 氯化钾
粵語: 氯化鉀