Φερομόνη

Νυμφες εντόμων που προσελκύστηκαν πάνω σε ένα φύλλο από την έκκριση φερομονών.

Η φερομόνη είναι χημική ουσία που απελευθερώνεται από ένα ζώο προκειμένου να προκαλέσει μια συγκεκριμένη αντίδραση, ή να μεταδώσει κάποιο μήνυμα σε ένα άλλο άτομο, πάντα όμως του ίδιου είδους. Υπάρχουν φερομόνες κινδύνου, εντοπισμού τροφής, σεξουαλικές και πολλές άλλες που επηρεάζουν τη συμπεριφορά και τη φυσιολογία των ατόμων συγκεκριμένων ειδών. Η ύπαρξη και χρήση τους στα έντομα, που εντοπίστηκαν κυρίως, έχει μελετηθεί ιδιαίτερα και αποδειχθεί. Πολλά σπονδυλόζωα και φυτά επίσης επικοινωνούν με τη χρήση φερομονών. Η ύπαρξη ανθρώπινων φερομονών είναι ακόμη θέμα προς συζήτηση.

Ο όρος «φερομόνη» προτάθηκε από τους Πέτερ Κάρλσον (Peter Karlson) και Άντολφ Μπούτεναντ (Adolf Butenandt) το 1959, και προέρχεται ετυμολογικά από τις Ελληνικές λέξεις «φέρω» (μεταφέρω) και «εμού» (εγώ, στην γενική του ενικού). Άρα, φερομόνη είναι η ουσία που μεταφέρει-οδηγεί εμένα προς ή από κάτι. Αυτή την ιδιότητα των φερομονών είναι που εκμεταλλεύονται οι φερομονικές παγίδες εντόμων, οι οποίες χρησιμοποιώντας φερομόνες θηλυκών ατόμων, προσελκύουν τα αρσενικά, με αποτέλεσμα να τα παγιδεύουν, μειώνοντας τον πληθυσμό του εντόμου αλλά και αποτρέποντας τη αναπαραγωγή του. {{commonscat



άλλες γλώσσες
Afrikaans: Feromoon
العربية: فيرومون
asturianu: Feromona
تۆرکجه: فرومون
беларуская: Ферамоны
беларуская (тарашкевіца)‎: Фэрамоны
български: Феромон
বাংলা: ফেরোমন
bosanski: Feromon
català: Feromona
čeština: Feromon
dansk: Feromon
Deutsch: Pheromon
English: Pheromone
Esperanto: Feromono
español: Feromona
eesti: Feromoonid
euskara: Feromona
فارسی: فرومون
suomi: Feromoni
français: Phéromone
Gaeilge: Fearamón
galego: Feromona
עברית: פרומון
hrvatski: Feromoni
Kreyòl ayisyen: Fewomòn
magyar: Feromon
հայերեն: Ֆերոմոններ
Bahasa Indonesia: Feromon
italiano: Feromone
日本語: フェロモン
Basa Jawa: Féromon
қазақша: Феромондар
한국어: 페로몬
Кыргызча: Феромондор
Latina: Pheromonum
lietuvių: Feromonas
മലയാളം: ഫിറോമോൺ
Bahasa Melayu: Feromon
नेपाली: फेरोमोन
Nederlands: Feromoon
norsk nynorsk: Feromon
norsk: Feromon
occitan: Feromòna
polski: Feromony
português: Feromônio
română: Feromon
русский: Феромоны
Scots: Pheromone
srpskohrvatski / српскохрватски: Feromon
Simple English: Pheromone
slovenčina: Feromón
slovenščina: Feromon
српски / srpski: Feromon
Basa Sunda: Féromon
svenska: Feromon
தமிழ்: பெரமோன்
Türkçe: Feromon
українська: Феромони
Tiếng Việt: Pheromone
Winaray: Peromona
中文: 信息素