Φανατισμός

Ο Φανατισμός που ως όρος προέρχεται εκ της λατινικής λέξης "fanum" (=ιερόν), σημαίνει την μετ' εγωισμού και εμπάθειας προσήλωση σε κάποιες αντιλήψεις, ανεξάρτητα απ' το αν αυτές είναι ορθές ή όχι. Πιθανότερη προέλευση του "fanum" η εκ της ελληνικής "φανός" (φαίνω=φωτίζω) και παραπέμπει σε ιερά τελετή ή μυσταγωγία συνοδευόμενη κατά κανόνα με πυρσούς.

Ιστορία

Στην αρχαία Ρώμη, fanotici (=θρησκόληπτοι, θρησκομανείς, μανιώδεις) καλούνταν οι προσερχόμενοι στο βωμό της θεάς του πολέμου Μπελλόνα, οι οποίοι παρέμεναν εκεί και, καταλαμβανόμενοι από ένθεη μανία, προέβαιναν σε διάφορες φρικαλεότητες μπροστά στους διερχόμενους θεατές, διαπερνώντας τα μέλη του σώματός τους με ξίφη ή αποσπώντας τεμάχια των σαρκών τους προς τιμή της θεάς, χωρίς να λείπουν βέβαια και οι μεταξύ τους απατεώνες, παραλλαγές των οποίων συναντώνται σήμερα σε χώρες της νότιας Ασίας. Βαθμηδόν όμως η λέξη, αναφερόμενη σε θρησκευτικές στάσεις και πρακτικές, προσέλαβε τη σημασία τής προς ικανοποίηση κατά των αλλόπιστων ή αντιπάλων υπέρμετρης εκδικητικότητας, ο δε θρησκευτικός αυτός φανατισμός έγινε αιτία πολλών κακουργημάτων (ανθρωποθυσίες, όργια βίας κατά εθνικών θρησκευμάτων στους ιερούς χώρους αυτών, άπειροι αφορισμοί, καταδιώξεις αιρετικών, η ίδια η "Ιερά Εξέταση" ως και θρησκευτικοί πόλεμοι και επαναστάσεις).

άλλες γλώσσες
български: Фанатизъм
català: Fanatisme
čeština: Fanatismus
dansk: Fanatisme
Deutsch: Fanatismus
English: Fanaticism
Esperanto: Fanatikismo
español: Fanatismo
eesti: Fanatism
euskara: Fanatismo
فارسی: تعصب
français: Fanatisme
galego: Fanatismo
हिन्दी: कट्टरता
հայերեն: Ֆանատիզմ
Bahasa Indonesia: Fanatisme
italiano: Fanatismo
ქართული: ფანატიზმი
қазақша: Фанатизм
한국어: 광신주의
lietuvių: Fanatizmas
Bahasa Melayu: Taklid
Nederlands: Fanatisme
norsk: Fanatisme
polski: Fanatyzm
português: Fanatismo
română: Fanatism
русский: Фанатизм
slovenčina: Fanatizmus
српски / srpski: Фанатизам
svenska: Fanatism
тоҷикӣ: Мутаассиб
Türkçe: Fanatiklik
українська: Фанатизм
oʻzbekcha/ўзбекча: Mutaassiblik
中文: 狂热主义