Τούλκου

Ο τούλκου (སྤྲུལ་སྐུ, επίσης tülku, trulku) είναι ορισμός για την μετενσάρκωση ενός βουδιστή λάμα στον θιβετιανό βουδισμό.

Δείτε επίσης

άλλες γλώσσες
български: Нирманакая
བོད་ཡིག: སྤྲུལ་སྐུ།
català: Tulku
čeština: Tulku
Deutsch: Trülku
English: Tulku
Esperanto: Tulku
español: Tulku
euskara: Tulku
suomi: Tulku
français: Tulkou
magyar: Tulku
italiano: Trülku
日本語: 化身ラマ
ქართული: ტულკუ
Nederlands: Tulku
polski: Tulku
português: Tulku
русский: Тулку
Simple English: Tulku
slovenčina: Tulku
slovenščina: Tulku
українська: Тулку
中文: 祖古
Bân-lâm-gú: Tulku