Συκοφάγος

Συκοφάγος
Αρσενικός συκοφάγος
Αρσενικός συκοφάγος
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 LC el.svg
Ελαχίστης Ανησυχίας ( IUCN 3.1) [1]
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Στρουθιόμορφα (Passeriformes)
Οικογένεια: Οριολίδες ή Χλωριονίδες (Oriolidae)
Γένος: Ορίολος ή Χλωρίων (Oriolus) (Brisson, 1760)
Είδος: O. oriolus (συκοφάγος)
Διώνυμο
Oriolus oriolus (Ορίολος ο κοινός)
Linnaeus, 1758
Υποείδη

Oriolus oriolus kundoo
Oriolus oriolus oriolus

Ο συκοφάγος είναι πτηνό της οικογενείας των Οριολιδών (Χλωριονιδών), που απαντάται στον ελλαδικό χώρο. Η επιστημονική ονομασία του είδους είναι Oriolus oriolus και περιλαμβάνει 2 υποείδη. [2]

Στην Ελλάδα απαντάται το υποείδος Oriolus oriolus oriolus (Linnaeus, 1758). [2]

Ονοματολογία

Για τη λατινική ονομασία του γένους oriolus, υπάρχουν δύο εκδοχές προέλευσης: σύμφωνα με την πρώτη εκδοχή, πιθανόν να προέρχεται από την επίσης λατινική λέξη auriolus (auriolus, auriola, auriolum), με αντικατάσταση του προθήματος au-από το o-. Η λέξη auriolus σημαίνει «χρυσός», «φτιαγμένος από χρυσό», ή «χρυσόχρωμος», -αλλά και «όμορφος», «μεγαλοπρεπής»- με αναφορά στο χαρακτηριστικό κίτρινο χρώμα του αρσενικού. [3]

Σύμφωνα με τη δεύτερη εκδοχή, η λέξη έχει καθαρά «ηχητικές» ρίζες και, προέρχεται από το χαρακτηριστικό κάλεσμα του πτηνού που μοιάζει με τη λέξη or-i-ole. Πιθανολογείται ότι αυτό προτάθηκε από τον θεολόγο, φιλόσοφο και φυσιοδίφη Αλβέρτο τον Μεγάλο (Albertus Magnus), γύρω στο 1250.

Η ελληνική του ονομασία οφείλεται -λανθασμένα- στη συνήθειά του να τρέφεται με σύκα, κάτι που γίνεται μόνο σε περιοχές όπου υπάρχουν τα συγκεκριμένα δένδρα, ενώ δεν αποτελούν το κύριο μέρος της διατροφής του (βλ. Τροφή).

άλλες γλώσσες
Alemannisch: Pirol
العربية: صفير ذهبي
asturianu: Oriolus oriolus
башҡортса: Һарығош
žemaitėška: Vuolongie
Bikol Central: Giyaw
беларуская: Івалга звычайная
български: Авлига
brezhoneg: Glazaour Europa
català: Oriol
čeština: Žluva hajní
Чӑвашла: Саркайăк
Cymraeg: Euryn
dansk: Pirol
Deutsch: Pirol (Art)
Esperanto: Oriolo
español: Oriolus oriolus
eesti: Peoleo
euskara: Urretxori
estremeñu: Gorropéndola
føroyskt: Gyllingur
français: Loriot d'Europe
Nordfriisk: Gultroosel
Frysk: Gielegou
galego: Vichelocrego
עברית: זהבן מחלל
magyar: Sárgarigó
interlingua: Oriolus oriolus
italiano: Oriolus oriolus
ქართული: მოლაღური
한국어: 유럽꾀꼬리
Kurdî: Zerdêle
Lëtzebuergesch: Goldmärel
lietuvių: Volungė
latviešu: Vālodze
мокшень: Тюжапула
олык марий: Ӱжӱвӱр
македонски: Жолна
монгол: Эгэл шаргач
मराठी: हळद्या
кырык мары: Царамак
эрзянь: Ожопуло
Nederlands: Wielewaal (vogel)
norsk: Pirol
Livvinkarjala: Kuhankiehuttai
Ирон: Бурцъиу
ਪੰਜਾਬੀ: ਪੀਲਕ
Piemontèis: Oriolus oriolus
português: Papa-figos
română: Grangur
русиньскый: Івовга
Simple English: Golden oriole
slovenčina: Vlha obyčajná
српски / srpski: Вуга
Seeltersk: Riekelüün
svenska: Sommargylling
тоҷикӣ: Заргулдор
татарча/tatarça: Шәүлегән
українська: Вивільга звичайна
oʻzbekcha/ўзбекча: Zargʻaldoq
Tiếng Việt: Vàng anh Á Âu
walon: Ôrimiele
中文: 金黄鹂
粵語: 金黃鸝