Στρατόπεδο συγκέντρωσης

Στρατόπεδο συγκέντρωσης Μπούχενβαλντ

Το στρατόπεδο συγκέντρωσης ή στρατόπεδο κράτησης είναι τόπος όπου κρατείται μεγάλος αριθμός ανθρώπων, που εγκλείεται συχνά χωρίς δίκη και με συνοπτικές διαδικασίες. Οι κρατούμενοι συνήθως έχουν κοινή εθνική ή θρησκευτική ταυτότητα ή πολιτικά πιστεύω. Τα σύγχρονης μορφής στρατόπεδα συγκέντρωσης, εμφανίστηκαν οργανωμένα προς τα τέλη του 19ου αιώνα στην υπό Ισπανική διοίκηση Κούβα. Αρχικά πρότεινε αυτή τη λύση ο Ισπανός διοικητής Arsenio Martínez Campos για να αντιμετωπίσει την εξέγερση των Κουβανών που ζητούσαν ανεξαρτησία. Στην εφαρμογή του μέτρου προχώρησε στα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα ο διοικητής Valeriano Weyler (επονομαζόμενος "Χασάπης") που αντικατέστησε τον προηγούμενο. Στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της Κούβας αναγκάστηκαν να μετακομίσουν (reconcentración) δεκάδες χιλιάδες Κουβανοί, όπου τελικά έχασαν τη ζωή τους περί τα 150.000 άτομα από τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης. Η λειτουργία των στρατοπέδων συγκέντρωσης έγινε δυνατή χάρι στη νέα τεχνολογία του αγκαθωτού συρματοπλέγματος και του πολυβόλου, που επέτρεπε σε λίγους φύλακες να ελέγχουν πολλούς κρατουμένους. Η είδηση για τη λειτουργία στρατοπέδων συγκέντρωσης στην Κούβα έκανε τους Αμερικανούς πολίτες να στείλουν μαζική βοήθεια προς τους Κουβανούς σε τρόφιμα και άλλα εφόδια, ενώ ο πρόεδρος William McKinley ζήτησε να αναληφθεί πολεμική δράση κατά των Ισπανών.[1]

Γύρω στα 1900 η Βρετανική Αυτοκρατορία δημιούργησε και έθεσε σε λειτουργία παρόμοια στρατόπεδα κατά τον πόλεμο των Μπόερς. Περισσότερα στρατόπεδα συγκέντρωσης λειτούργησαν σε πολλές χώρες στη διάρκεια του Α' Παγκόσμιου Πολέμου. Οι βιομηχανοποιημένες μέθοδοι πολέμου οδήγησαν και σε βιομηχανοποιημένες μεθόδους κράτησης σε στρατόπεδα μετά τον πόλεμο. Τα πιο γνωστά στρατόπεδα συγκέντρωσης είναι αυτά που οργάνωσαν οι Ναζί όταν ανέλαβαν την εξουσία στη Γερμανία, το 1933, και επαύξησαν κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με σκοπό κυρίως την φυσική εξόντωση των Εβραίων της Ευρώπης αλλά και την κράτηση όλων των αντιτιθεμένων στο Ναζιστικό καθεστώς. Ενωρίτερα είχαν λειτουργήσει στρατόπεδα συγκέντρωσης καταναγκαστικής εργασίας στη Σοβιετική Ένωση, από το 1918. Η βάση για τη λειτουργία τέτοιων στρατοπέδων είχε τεθεί από τα τέλη του 1917 με τη δημιουργία της έννοιας του "ταξικού εχθρού". Πολίτες οδηγούνταν σε στρατόπεδα εργασίας αυθαίρετα με την κατηγορία ότι ήταν εχθροί της επανάστασης. Οι πρώτες επίσημες αποφάσεις για τη λειτουργία στρατοπέδων για την ιδεολογική επανεκπαίδευση πολιτών εκδόθηκαν το 1919. Σύμφωνα με αυτές, έξω από κάθε τοπική πρωτεύουσα θα λειτουργούσε στρατόπεδο εργασίας για τουλάχιστον 300 άτομα. Η πρώτη απόπειρα δραπέτευσης τιμωρούνταν με δεκαπλασιασμό της ποινής, και η δεύτερη απόπειρα με εκτέλεση.[2] Η μορφή στρατοπέδων που έγινε γνωστή ως Gulag, άρχισε να εφαρμόζεται από το 1930 υπό τον έλεγχο της μυστικής αστυνομίας. Μέχρι το 1936 στα Gulag είχαν κρατηθεί περί τα 5.000.000 άτομα. Μέχρι το θάνατο του Στάλιν το 1953, ίσος ή και μεγαλύτερος αριθμός ατόμων κρατούνταν στα Gulag ετησίως.[3]

άλλες γλώσσες
Afrikaans: Konsentrasiekamp
العربية: معسكر اعتقال
azərbaycanca: Həbs düşərgəsi
беларуская (тарашкевіца)‎: Канцэнтрацыйны лягер
Esperanto: Koncentrejo
hrvatski: Sabirni logor
Bahasa Indonesia: Kamp konsentrasi
日本語: 強制収容所
қазақша: Концлагер
한국어: 강제 수용소
Nederlands: Concentratiekamp
norsk nynorsk: Konsentrasjonsleir
srpskohrvatski / српскохрватски: Koncentracioni logor
Simple English: Concentration camp
chiShona: Kamba dzenhapwa
српски / srpski: Сабирни логор
Türkçe: Toplama kampı
Tiếng Việt: Trại tập trung
中文: 集中营
粵語: 集中營