Στρατάρχης

Κοινοί στρατιωτικοί βαθμοί στα ελληνικά
Στρατός ΞηράςΠολεμικό ΝαυτικόΠολεμική Αεροπορία
Aξιωματικοί
Ανώτατοι
ΣτρατάρχηςΑρχιναύαρχοςΑιθεράρχης
ΣτρατηγόςΝαύαρχοςΠτέραρχος
ΑντιστράτηγοςΑντιναύαρχοςΑντιπτέραρχος
ΥποστράτηγοςΥποναύαρχοςΥποπτέραρχος
ΤαξίαρχοςΑρχιπλοίαρχοςΤαξίαρχος
Ανώτεροι
ΣυνταγματάρχηςΠλοίαρχοςΣμήναρχος
ΑντισυνταγματάρχηςΑντιπλοίαρχοςΑντισμήναρχος
ΤαγματάρχηςΠλωτάρχηςΕπισμηναγός
Κατώτεροι
ΛοχαγόςΥποπλοίαρχοςΣμηναγός
ΥπολοχαγόςΑνθυποπλοίαρχοςΥποσμηναγός
ΑνθυπολοχαγόςΣημαιοφόροςΑνθυποσμηναγός
Ενδιάμεσοι
ΑνθυπασπιστήςΑνθυπασπιστήςΑνθυπασπιστής
Δόκιμος Έφεδρος ΑξιωματικόςΣημαιοφόρος Επίκουρος ΑξιωματικόςΔόκιμος Έφεδρος Αξιωματικός
Υπαξιωματικοί
ΑρχιλοχίαςΑρχικελευστήςΑρχισμηνίας
ΕπιλοχίαςΕπικελευστήςΕπισμηνίας
ΛοχίαςΚελευστήςΣμηνίας
ΔεκανέαςΔίοποςΥποσμηνίας
Οπλίτες
ΥποδεκανέαςΥποδίοποςΑνθυποσμηνίας
ΣτρατιώτηςΝαύτηςΣμηνίτης
π  σ  

Ο Στρατάρχης είναι ο ανώτατος δυνατός στρατιωτικός βαθμός, τον οποίο έφεραν σε διάφορες χρονικές περιόδους της Ιστορίας διακεκριμένοι στρατηγοί. Στην Ελλάδα ο συγκεκριμένος βαθμός δεν χρησιμοποιείται πλέον και θεωρείται ισοδύναμος του αρχιστράτηγου.

Βυζαντινή Αυτοκρατορία

Ο όρος «στρατάρχης» (στρατός + άρχων) χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία, τον 9ο-11ο αιώνα και αναφέρονταν σε τάξη ανώτερων αξιωματούχων που επιτελούσαν οικονομικά και διοικητικά καθήκοντα στον στρατό, στους οποίους περιλαμβάνονταν οι Eταιριάρχες (διοικητές μισθοφορικών σωμάτων), ο Δρουγγάριος του Πλωίμου, ο Λογοθέτης των Αγελών που επόπτευε τα κρατικά ιπποφορβεία (μητάτα), ο Κόμης των Στάβλων και ο Πρωτοσπαθάριος επικεφαλής του σώματος των βασιλικών ανθρώπων. Προς το τέλος του 11ου αιώνα ο όρος έπαψε να έχει την αρχική ουσιαστική χρήση και χρησιμοποιήθηκε ως τιμητικό επίθετο για διακριθέντες στρατηγούς, με τις παραλλαγές «Μέγας Στρατάρχης» και «Πανστρατάρχης». Για παράδειγμα αναφέρονται ως «στρατάρχες» ο μυθικός ήρωας Διγενής Ακρίτας και ο θρυλικός στρατηγός του Ιουστινιανού, Βελισσάριος.

άλλες γλώσσες
asturianu: Mariscal
azərbaycanca: Marşal
Boarisch: Mareschallo
беларуская: Маршал
български: Маршал
čeština: Maršál
Deutsch: Marschall
English: Marshal
Esperanto: Marŝalo
español: Mariscal
eesti: Marssal
Frysk: Maarskalk
galego: Mariscal
hrvatski: Maršal
magyar: Marsall
Հայերեն: Մարշալ
íslenska: Marskálkur
italiano: Maresciallo
日本語: 元帥
қазақша: Маршал
한국어: 원수 (군사)
Latina: Marescalcus
lietuvių: Maršalas
македонски: Маршал
монгол: Маршал
Bahasa Melayu: Marsyal
norsk: Marskalk
پښتو: مارشال
português: Marechal
română: Mareșal
русский: Маршал
Scots: Marshal
srpskohrvatski / српскохрватски: Maršal
slovenčina: Maršal
slovenščina: Maršal
српски / srpski: Маршал
svenska: Marskalk
ئۇيغۇرچە / Uyghurche: مارشال
українська: Маршал
اردو: سالار
oʻzbekcha/ўзбекча: Marshal
Tiếng Việt: Nguyên soái
中文: 元帅