Στατιστική

Στατιστική
Ταξινόμηση
Dewey510
MSC201062-XX
π  σ  
Στατιστικό διάγραμμα

Η Στατιστική είναι μία μεθοδική μαθηματική, παλαιότερα τεχνική και σήμερα επιστήμη που επιχειρεί να εξαγάγει έγκυρη γνώση χρησιμοποιώντας εμπειρικά δεδομένα παρατήρησης ή και πειράματος. Κύριο αντικείμενο έρευνας και μελέτης της Στατιστικής είναι η συλλογή, ταξινόμηση, επεξεργασία, παρουσίαση, ανάλυση και ερμηνεία διαφόρων δεδομένων με απώτερο στόχο την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων για λήψη ορθών αποφάσεων. Πρόκειται για σημαντική επιστήμη της οποίας οι εφαρμογές έχουν ευρύτατο πεδίο στη διοικητική, τις επιχειρήσεις, καθώς και στις θετικές και συμπεριφορικές ή Κοινωνικές επιστήμες[1].
Η Στατιστική αποτελεί σήμερα κλάδο των εφαρμοσμένων μαθηματικών, οι δε ασχολούμενοι στο στατιστικό πεδίο έρευνας και ανάλυσης καλούνται γενικά στατιστικοί ή στατιστικολόγοι.

Ορισμός

Γενικά ο όρος Στατιστική φέρεται με διττή σημασία[2], αφενός υποδηλώνοντας μαθηματικές μεθόδους χειρισμού δεδομένων που λήφθηκαν με απαρίθμηση ή μέτρηση και αφετέρου αυτά τα ίδια τα δεδομένα που έχουν υποστεί αυτούς τους χειρισμούς. Σύμφωνα με τον Α. Αλεξόπουλο εξετάζοντας τον ορισμό όπως αυτός καθορίστηκε στη δεκαετία του 1950 "Στατιστική είναι σύνολο μεθόδων που καθοδηγούν στη λήψη ορθών αποφάσεων σε περιπτώσεις αβεβαιότητας" τονίζει την εννοιολογική διάκριση του συνόλου των στοιχείων ενός φαινομένου και το σύνολο των μεθόδων που εξετάζουν αυτά προς τον κοινό σκοπό.
Σύμφωνα με το Λεξικό Οικονομικοτεχνικών Όρων του Ελληνικού Κέντρου Παραγωγικότητος[3] "Στατιστική είναι α) τα αριθμητικά δεδομένα που αναφέρονται σε σύνολο ατόμων, (έμψυχων, άψυχων, φαινόμενα κ,λπ.) και β) επιστήμη συλλογής, ανάλυσης και ερμηνείας τούτων των δεδομένων".

Η Στατιστική έρευνα βασίζεται στη χρήση της στατιστικής θεωρίας, ενός κλάδου των εφαρμοσμένων μαθηματικών. Στη στατιστική, η τυχαιότητα και η απροσδιοριστία ορίζονται στα πλαίσια της θεωρίας πιθανοτήτων. Η πρακτική της στατιστικής περιλαμβάνει την σχεδίαση, συλλογή και ερμηνεία δεδομένων που προκύπτουν από αβέβαιες παρατηρήσεις. Επειδή η στατιστική αποσκοπεί στην εξαγωγή των «καλύτερων» πληροφοριών από τα διαθέσιμα δεδομένα, κατατάσσεται από μερικούς ως κλάδος της θεωρίας των αποφάσεων.

άλλες γλώσσες
Afrikaans: Statistiek
Alemannisch: Statistik
aragonés: Estatistica
العربية: إحصاء
asturianu: Estadística
azərbaycanca: Statistika
تۆرکجه: آمار
башҡортса: Статистика
žemaitėška: Statėstėka
беларуская: Статыстыка
беларуская (тарашкевіца)‎: Статыстыка
български: Статистика
Bislama: Statistikis
brezhoneg: Stadegouriezh
bosanski: Statistika
català: Estadística
کوردی: ئامار
čeština: Statistika
Cymraeg: Ystadegaeth
dansk: Statistik
Deutsch: Statistik
Zazaki: İstatistik
ދިވެހިބަސް: ތަފާސް ހިސާބު
English: Statistics
Esperanto: Statistiko
español: Estadística
eesti: Statistika
euskara: Estatistika
estremeñu: Estaística
فارسی: آمار
Võro: Statistiga
føroyskt: Hagfrøði
français: Statistique
furlan: Statistiche
Frysk: Statistyk
Gaeilge: Staidreamh
贛語: 統計學
Gàidhlig: Staitistearachd
galego: Estatística
Gaelg: Staydraa
עברית: סטטיסטיקה
हिन्दी: सांख्यिकी
hrvatski: Statistika
magyar: Statisztika
interlingua: Statistica
Bahasa Indonesia: Statistika
íslenska: Tölfræði
italiano: Statistica
日本語: 統計学
Patois: Statistix
Basa Jawa: Statistika
қазақша: Статистика
한국어: 통계학
kurdî: Amar
Кыргызча: Статистика
Latina: Statistica
Ladino: Estadistika
Lëtzebuergesch: Statistik
Lingua Franca Nova: Statistica
Limburgs: Sjtatistiek
latviešu: Statistika
Malagasy: Statistika
македонски: Статистика
Bahasa Melayu: Statistik
Mirandés: Statística
မြန်မာဘာသာ: စာရင်းအင်း ပညာ
नेपाली: तथ्याङ्क
नेपाल भाषा: तथ्याङ्क
Nederlands: Statistiek
norsk nynorsk: Statistikk
norsk: Statistikk
occitan: Estatistica
Norfuk / Pitkern: Stetistiks
polski: Statystyka
Piemontèis: Statìstica
پنجابی: سٹیٹ
português: Estatística
română: Statistică
русский: Статистика
русиньскый: Штатістіка
sicilianu: Statìstica
srpskohrvatski / српскохрватски: Statistika
Simple English: Statistics
slovenčina: Štatistika
slovenščina: Statistika
shqip: Statistika
српски / srpski: Статистика
Seeltersk: Statistik
Basa Sunda: Statistik
svenska: Statistik
Kiswahili: Takwimu
тоҷикӣ: Омор
Türkmençe: Statistika
Tagalog: Estadistika
Türkçe: İstatistik
татарча/tatarça: Статистика
українська: Статистика
اردو: شماریات
oʻzbekcha/ўзбекча: Statistika
vèneto: Statìstega
Tiếng Việt: Khoa học Thống kê
Winaray: Estadistiká
ייִדיש: סטאטיסטיק
中文: 统计学
Bân-lâm-gú: Thóng-kè-ha̍k
粵語: 統計學