Σιλικόνη

Η σιλικόνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βασικό μονωτικό κατά της διείσδυσης νερού και αέρα.

Οι σιλικόνες είναι αδρανείς, συνθετικές ενώσεις με ποικιλία μορφών και χρήσεων. Τυπικά είναι θερμοάντοχες και μοιάζουν με μαστίχα, χρησιμοποιούνται σε σφραγιστικά, κόλλες, λιπαντικά, ιατρικές εφαρμογές, μαγειρικά σκεύη και μόνωση.

Υγρή μαστίχα σιλικόνης (LSR)

Οι σιλικόνες είναι πολυμερή που περιέχουν πυρίτιο μαζί με άνθρακα, υδρογόνο, οξυγόνο και κάποιες φορές άλλα στοιχεία. Μερικές κοινές μορφές περιλαμβάνουν λάδια σιλικόνης, γράσα σιλικόνης, μαστίχα σιλικόνης, ρητίνες σιλικόνης και στεγανοποιητικό σιλικόνης.[1]

Ιδιότητες

Οι σιλικόνες επιδεικνύουν πολλά χρήσιμα χαρακτηριστικά, που συμπεριλαμβάνουν:[1]

  • Χαμηλή θερμική αγωγιμότητα
  • Χαμηλή χημική δραστικότητα
  • Χαμηλή τοξικότητα
  • Θερμική σταθερότητα (σταθερότητα των ιδιοτήτων τους σε ένα πλατύ εύρος θερμοκρασιών −100 έως 250 °C).
  • Ικανότητα απώθησης νερού και σχηματισμό υδατοστεγών μονώσεων.
  • Δεν κολλά σε πολλά υποστρώματα, αλλά προσκολλάται πολύ καλά σε άλλα, π.χ. γυαλί.
  • Δεν υποστηρίζει μικροβιολογική ανάπτυξη.
  • Αντιστέκεται σε οξυγόνο, όζον και υπεριώδη ακτινοβολία. Αυτή η ιδιότητα έχει οδηγήσει σε εκτεταμένη χρήση των σιλικονών στην κατασκευαστική βιομηχανία (π.χ. επιστρώσεις, αντιπυρική προστασία, μονώσεις τζαμιών) και στην αυτοκινητοβιομηχανία (εξωτερικά παρεμβύσματα, εξωτερικό στολισμό).
  • Ιδιότητες ηλεκτρικής μόνωσης. Επειδή η σιλικόνη μπορεί να μορφοποιηθεί σε ηλεκτρικά μονωτικό ή αγώγιμο υλικό, είναι κατάλληλο για μια πλατιά περιοχή ηλεκτρικών εφαρμογών.
  • Υψηλή διείσδυση αερίου: στη θερμοκρασία δωματίου (25 °C), η διαπερατότητα της μαστίχας σιλικόνης για αέρια όπως οξυγόνο είναι περίπου 400 φορές μεγαλύτερη [εκκρεμεί παραπομπή] από την βουτυλομαστίχα, κάνοντας τη σιλικόνη χρήσιμη για ιατρικές εφαρμογές στις οποίες επιθυμείται αυξημένος αερισμός. Συνεπώς, οι μαστίχες σιλικόνης δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν εκεί όπου χρειάζονται αεροστεγείς μονώσεις.
άλλες γλώσσες
asturianu: Silicona
български: Силикон
bosanski: Silikon
català: Silicona
čeština: Silikon
dansk: Silikone
Deutsch: Silikone
English: Silicone
Esperanto: Silikono
español: Silicona
eesti: Silikoonid
euskara: Silikona
فارسی: سیلیکون
suomi: Silikoni
français: Silicone
Gaeilge: Sileacón
हिन्दी: सिलिकोन
hrvatski: Silikon
magyar: Szilikon
Bahasa Indonesia: Silikone
italiano: Siliconi
日本語: シリコーン
한국어: 실리콘
lietuvių: Silikonas
latviešu: Silikoni
Nederlands: Silicoon
norsk: Silikoner
occitan: Silicòna
polski: Silikony
português: Silicone
русский: Силиконы
srpskohrvatski / српскохрватски: Silikon
Simple English: Silicone
slovenščina: Silikon
српски / srpski: Силикон
svenska: Silikon
Türkçe: Silikon
українська: Силікони
اردو: سیلیکون
Tiếng Việt: Silicon
Winaray: Silikona
中文: 矽氧樹脂
Bân-lâm-gú: Si-lí-khóng