Σήραγγα

Μια πρώην σιδηροδρομική Σήραγγα, κοντά στο Χούγετ στο Βέλγιο, που έχει μετατραπεί για χρήση από πεζούς και ποδήλατα.

Μία σήραγγα είναι ένα υπόγειο πέρασμα. Ο ορισμός του τι αποτελεί μία σήραγγα δεν είναι καθολικά αποδεκτός. Παρ' όλα αυτά, γενικά, οι σήραγγες έχουν τουλάχιστον δύο φορές μεγαλύτερο μήκος από το πλάτος τους. Επιπλέον, πρέπει να είναι πλήρως κλεισμένες από όλες τις πλευρές, εκτός από τα ανοίγματα σε κάθε πλευρά.[εκκρεμεί παραπομπή]

Μία σήραγγα μπορεί να αποτελεί δίοδο για πεζούς, ποδηλάτες, μηχανοκίνητα οχήματα, για μεταφορικά μέσα σταθερής τροχιάς ή για πλοία. Μερικές χρησιμοποιούνται ως υδραγωγεία, κατασκευασμένες αποκλειστικά για την μεταφορά νερού, για κατανάλωση, για υδροηλεκτροπαραγωγή ή σαν αποχετευτικός αγωγός, ενώ άλλες παρέχουν άλλες υπηρεσίες όπως την φιλοξενία τηλεπικοινωνιακών καλωδίων. Υπάρχουν ακόμα και σήραγγες για την διέλευση ορισμένων σημείων από ζώα υπό εξαφάνιση. Μερικές μυστικές σήραγγες έχουν κατασκευαστεί ως μέσο για την είσοδο ή διαφυγή από μια περιοχή.

άλλες γλώσσες
Afrikaans: Tonnel
Alemannisch: Tunnel
aragonés: Túnel
العربية: نفق
asturianu: Túnel
беларуская: Тунэль
беларуская (тарашкевіца)‎: Тунэль
български: Тунел
भोजपुरी: सुरंग
বাংলা: সুড়ঙ্গ
brezhoneg: Riboul
bosanski: Tunel
català: Túnel
کوردی: تونێل
čeština: Tunel
dansk: Tunnel
Deutsch: Tunnel
English: Tunnel
Esperanto: Tunelo
español: Túnel
eesti: Tunnel
euskara: Tunel
فارسی: تونل
suomi: Tunneli
français: Tunnel
Gaeilge: Tollán
galego: Túnel
עברית: מנהרה
हिन्दी: सुरंग
hrvatski: Tunel
Kreyòl ayisyen: Tinèl
magyar: Alagút
հայերեն: Գետնուղի
Bahasa Indonesia: Terowongan
Ido: Tunelo
íslenska: Jarðgöng
日本語: トンネル
ქართული: გვირაბი
қазақша: Туннель
한국어: 터널
Lëtzebuergesch: Tunnel
lietuvių: Tunelis
latviešu: Tunelis
олык марий: Тоннель
македонски: Тунел
മലയാളം: തുരങ്കം
монгол: Туннел
मराठी: भुयार
Bahasa Melayu: Terowong
မြန်မာဘာသာ: ဥမင်
Nederlands: Tunnel
norsk nynorsk: Tunnel
norsk: Tunnel
occitan: Tunèl
português: Túnel
română: Tunel
русский: Тоннель
Scots: Tunnel
srpskohrvatski / српскохрватски: Tunel
Simple English: Tunnel
slovenčina: Tunel
slovenščina: Predor
српски / srpski: Тунел
svenska: Tunnel
తెలుగు: సొరంగం
тоҷикӣ: Ағба
Türkçe: Tünel
українська: Тунель
oʻzbekcha/ўзбекча: Tunnel
Tiếng Việt: Hầm (giao thông)
吴语: 隧道
中文: 隧道
粵語: 隧道