Ράμφος (πτηνά)

Διάφοροι τύποι ράμφους και των αντίστοιχων πτηνών ανάλογα με τη διατροφή τους: (από πάνω προς τα κάτω) Α’ στήλη: Παμφάγου (ενν. πτηνού), Σπερματοφάγου, Νεκταροφάγου, Διατρητικό κορμών δένδρων (ενν. ράμφος), Επιφανείας, Διατρητικό ιλύος, Εναέριας αλίευσης, Πτωματοφάγου. Β’στήλη: Εντομοφάγου, Σπερματοφάγου κωνοφόρων, Οπωροφάγου, Παγιδευτικό αλίευσης, Σκαπτικό ιλύος, Φιλτραρίσματος, Καταδυομένου, Ημερόβιου αρπακτικού

Το ράμφος είναι η χαρακτηριστική, εξωτερική και προεξέχουσα ανατομική δομή του εμπρόσθιου κεντρικού τμήματος του κεφαλιού των πτηνών. Δημιουργείται από την επίστρωση των γνάθων με στρώμα κερατίνης και είναι η αρχή του πεπτικού και αναπνευστικού συστήματος του πτηνού, ωστόσο έχει και πολλές άλλες χρήσεις (βλ. Χρήσεις).

Αν και τα ράμφη των πτηνών διαφέρουν σημαντικά ως προς το μέγεθος, το σχήμα και το χρώμα, μοιράζονται μια παρόμοια υποκείμενη δομή. Δύο οστεώδεις προβολές-η άνω και η κάτω γνάθος-καλύπτονται από λεπτό, κερατινοποιημένο στρώμα της επιδερμίδας, που παίρνει διάφορα σχήματα και μεγέθη. Στα περισσότερα είδη, δύο ρινικές οπές, οι ρώθωνες ή ρουθούνια (nares or nostrils), οδηγούν στο αναπνευστικό σύστημα.

Μορφολογία και ανατομική

Η άνω γνάθος (maxilla) και, σε ορισμένες περιπτώσεις, η κάτω γνάθος (mandible) ενισχύονται εσωτερικά από ένα περίπλοκο τρισδιάστατο δίκτυο από δοκίδες (trabeculae) του αβερσίου συστήματος, πάνω σε υπόστρωμα μαλακού συνδετικού ιστού. Το όλο σύστημα αποτελεί τον σπογγώδη (sensu lato) οστικό πυρήνα (bony-cell foam), γύρω από τον οποίο αναπτύσσεται η ραμφοθήκη (ramphotheca). Το πάνω μέρος της ραμφοθήκης, ειδικότερα, το οποίο καλύπτει την άνω γνάθο, ονομάζεται ρινοθήκη (rhinotheca) και φέρει τις ρινικές οπές, τα ρουθούνια (nares/nostrils). Το κάτω μέρος της ραμφοθήκης, το οποίο καλύπτει την κάτω γνάθο, ονομάζεται γναθοθήκη (gnathotheca).

Η ραμφοθήκη δεν είναι, δηλαδή, παρά η εξωτερική μορφοδομή του ράμφους, εκείνο δηλαδή το ανατομικό στοιχείο που καλύπτει τον οστικό πυρήνα που περιγράφηκε ανωτέρω. Αποτελείται από επάλληλα στρώματα φολίδων β- κερατίνης, που καλύπτουν το ένα το άλλο από τα μέσα (ή κάτω) πρός τα έξω (ή πάνω). [1] Το σύστημα ραμφοθήκης-σπογγώδους οστικού πυρήνα συγκροτεί μιαν ιδιαίτερα στέρεη και ανθεκτική δομή στις στρεβλώσεις και τα κτυπήματα που δέχεται το ράμφος ενώ, ταυτόχρονα, χαρακτηρίζεται από μικρό βάρος.

Η παραγωγή κερατίνης για τη δημιουργία των φολίδων της ραμφοθήκης γίνεται από εξειδικευμένα μαλπιγιανά κύτταρα (malpighian cells) της επιδερμίδας του πτηνού, που βρίσκονται στη βάση κάθε γνάθου. [2] [3] Υπάρχει ένα στρώμα αγγείων μεταξύ της ραμφοθήκης και των βαθυτέρων στρωμάτων του χορίου, το οποίο συνδέεται άμεσα με το περιόστεο των οστών των γνάθων. [4] Η ραμφοθήκη μεγαλώνει συνεχώς στα περισσότερα πουλιά και, σε κάποια είδη, το χρώμα της ποικίλλει εποχιακά. [5] Σε ορισμένες Αλκίδες, όπως οι φρατέρκουλες, κάποια τμήματα της ραμφοθήκης αποπίπτουν κάθε έτος μετά την περίοδο αναπαραγωγής.

Ενώ τα περισσότερα αρτίγονα πτηνά έχουν ενιαία ραμφοθήκη χωρίς ραφές, κάποια είδη, συμπεριλαμβανομένων των άλμπατρος [6] και των εμού, διαθέτουν σύνθετη ραμφοθήκη, που αποτελείται από πολλά κομμάτια που διακρίνονται και διαχωρίζονται από μαλακότερα, κερατινώδη αυλάκια. [7] Μελέτες έχουν δείξει ότι αυτή ήταν η πρωτόγονη, προγονική κατάσταση των ραμφοθηκών και, ότι η σύγχρονη, απλή ραμφοθήκη προέκυψε από την σταδιακή απώλεια των διαχωριστικών αυλακιών, μέσω της εξέλιξης. [8]

άλλες γλώσσες
العربية: منقار
žemaitėška: Snaps
беларуская: Дзюба
беларуская (тарашкевіца)‎: Дзюба
български: Клюн
bosanski: Kljun
català: Bec
čeština: Zobák
dansk: Næb
Deutsch: Schnabel
English: Beak
Esperanto: Beko
eesti: Nokk
فارسی: منقار
suomi: Nokka
français: Bec
Frysk: Snaffel
Gaeilge: Gob
galego: Peteiro
עברית: מקור
हिन्दी: चोंच
hrvatski: Kljun
magyar: Csőr
Bahasa Indonesia: Paruh
Iñupiak: Sigguuk
Ido: Beko
italiano: Becco
日本語: くちばし
ქართული: ნისკარტი
қазақша: Құс тұмсығы
한국어: 부리
lingála: Ekóngó
lietuvių: Snapas
latviešu: Knābis
Bahasa Melayu: Paruh
Nāhuatl: Tehuitztli
Napulitano: Pizzo
Plattdüütsch: Snavel
Nedersaksies: Sneb
Nederlands: Snavel
norsk nynorsk: Nebb
norsk: Nebb
occitan: Bèc
پنجابی: چنج
português: Bico
Runa Simi: Chhukruna
română: Cioc
armãneashti: Dintanâ
русский: Клюв
саха тыла: Тумус
sicilianu: Pizzu (mascidda)
Scots: Beak
srpskohrvatski / српскохрватски: Kljun
Simple English: Beak
slovenčina: Zobák
slovenščina: Kljun
српски / srpski: Kljun
svenska: Näbb
Türkçe: Gaga
українська: Дзьоб
Tiếng Việt: Mỏ (chim)
მარგალური: ნინძგი
中文:
粵語: