Πτώχευση

Η πτώχευση είναι η νομική κατάσταση εκείνη στην οποία μεταπίπτει έμπορος, ή εμπορική εταιρεία όταν "μόνιμα και ολοσχερώς" αδυνατεί να ικανοποιήσει τους δανειστές ή άλλους οφειλέτες. Η πτώχευση κηρύσσεται μόνο με δικαστική απόφαση. Τόσο η διαδικασία όσο και οι επιπτώσεις εξ αυτής διέπονται από το Πτωχευτικό Δίκαιο που αποτελεί ιδιαίτερο κλάδο του Εμπορικού Δικαίου.

Στη πράξη η πτώχευση αποτελεί «συλλογική διαδικασία», μια διαδικασία δηλαδή, που προβλέπεται σε περιπτώσεις αφερεγγυότητας επιχειρήσεων. Όταν κηρυχθεί η πτώχευση, οι δανειστές του οφειλέτη δεν μπορούν να ασκήσουν ατομικά καταδιωκτικά μέτρα εναντίον του, αλλά ενώνονται σε μια «ομάδα», τα δικαιώματα της οποίας ασκούνται από το «σύνδικο», με σκοπό τη συνολική εκποίηση της περιουσίας του οφειλέτη και την ίση μεταχείριση όλων των πιστωτών. Αποφεύγοντται έτσι ο πανικός των πιστωτών, η σώρευση δικών, η σπουδή στην κατάσχεση των επιμέρους περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη και τελικά η καταστροφή της επιχείρησής του.

Γενικές κατευθύνσεις

Κλασική κατεύθυνση της πτώχευσης (και του πτωχευτικού δικαίου) ήταν αφενός μεν η ικανοποίηση των πιστωτών στο μεγαλύτερο δυνατόν βαθμό, αλλά και η επιβολή κυρώσεων εναντίον του οφειλέτη. Η παύση των πληρωμών και γενικά η αφερεγγυότητα εθεωρείτο αποτέλεσμα κακής και ασύνετης διαχείρισης, ενδεχομένως δε δολιότητας ή και απάτης σε βάρος των πιστωτών.
Η ατίμωση του οφειλέτη ("stigma of bankruptcy"), η προσωποκράτησή του, η επιβολή δυσμενών οικογενειακών, κοινωνικών και επαγγελματικών μειώσεων και ανικανοτήτων ήταν κυρώσεις προβλεπόμενες από τις παλαιότερες πτωχευτικές νομοθεσίες. Η κυρωτική αυτή λειτουργία της πτώχευσης δεν ισχύει πλέον, τουλάχιστον στις ακραίες της μορφές.

άλλες γλώσσες
العربية: إفلاس
مصرى: افلاس
azərbaycanca: Müflisləşmə
беларуская: Банкруцтва
български: Банкрут
বাংলা: দেউলিয়া
bosanski: Stečaj
català: Fallida
čeština: Úpadek
dansk: Konkurs
Deutsch: Bankrott
English: Bankruptcy
Esperanto: Bankroto
español: Quiebra
eesti: Pankrot
euskara: Bankarrota
فارسی: ورشکستگی
suomi: Konkurssi
עברית: פשיטת רגל
हिन्दी: दिवाला
hrvatski: Stečaj
magyar: Csőd
Հայերեն: Սնանկություն
Bahasa Indonesia: Kebangkrutan
íslenska: Gjaldþrot
italiano: Bancarotta
日本語: 倒産
қазақша: Банкрот
ಕನ್ನಡ: ದಿವಾಳಿತನ
한국어: 파산
Lëtzebuergesch: Bankrott
lietuvių: Bankrotas
latviešu: Bankrots
Bahasa Melayu: Kemuflisan
မြန်မာဘာသာ: ဒေဝါလီခံခြင်း
Nederlands: Faillissement
norsk nynorsk: Konkurs
norsk: Konkurs
polski: Upadłość
پښتو: دېوالي
português: Falência
română: Faliment
Scots: Bankruptcy
srpskohrvatski / српскохрватски: Bankrot
Simple English: Bankruptcy
slovenčina: Bankrot
slovenščina: Stečaj
српски / srpski: Stečaj
svenska: Konkurs
ئۇيغۇرچە / Uyghurche: ۋەيران بولۇش
українська: Банкрутство
اردو: دیوالہ
oʻzbekcha/ўзбекча: Bankrotlik
Tiếng Việt: Phá sản
中文: 破產
Bân-lâm-gú: Phò-sán
粵語: 報窮