Πρακτόρευση Απαιτήσεων

Ορισμός factoring

Όλες οι επιχειρήσεις πωλούν τα προϊόντα τα οποία παράγουν ή εμπορεύονται είτε τοις μετρητοίς είτε με πίστωση,κατά ένα μεγάλο ποσοστό. Από την στιγμή κατά την οποία θα γίνει μια πώληση με πίστωση, αυξάνονται οι εισπρακτέοι της λογαριασμοί. Η πρακτορεία επιχειρηματικών απαιτήσεων (Factoring) είναι μία σύμβαση μεταξύ ενός πράκτορα επιχειρηματικών απαιτήσεων, που είναι είτε τράπεζα, είτε ειδική ανώνυμη εταιρεία (συνήθως θυγατρική τράπεζας), και μιας επιχείρησης που ασχολείται με την πώληση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών. Περιεχόμενο της σύμβασης είναι ότι η εταιρεία Factoring αναλαμβάνει να παρέχει στην επιχείρηση του πελάτη της, για το διάστημα που συμφωνείται και έναντι αμοιβής, υπηρεσίες σχετικές με την προεξόφληση, τη λογιστική και νομική παρακολούθηση καθώς και την είσπραξη απαιτήσεων κατά των πελατών της.Οι σημαντικότερες από τις υπηρεσίες είναι οι παρακάτω: Αξιολόγηση της φερεγγυότητας των πελατών της επιχείρησης/πωλητή και κάλυψη του πιστωτικού της κινδύνου Διαχείριση, λογιστική παρακολούθηση και είσπραξη των απαιτήσεών της Χορήγηση χρηματοδότησης

άλλες γλώσσες
العربية: تخصيم
azərbaycanca: Faktorinq
беларуская: Фактарынг
беларуская (тарашкевіца)‎: Фактарынг
български: Факторинг
català: Facturatge
čeština: Faktoring
Deutsch: Factoring
español: Factoraje
eesti: Faktooring
فارسی: فکتورینگ
français: Affacturage
magyar: Faktoring
Հայերեն: Ֆակտորինգ
Bahasa Indonesia: Anjak piutang
italiano: Factoring
қазақша: Факторинг
한국어: 채권매입업
lietuvių: Faktoringas
македонски: Факторинг
Nederlands: Factoring
norsk nynorsk: Factoring
norsk: Factoring
polski: Faktoring
português: Fomento mercantil
română: Factoring
русский: Факторинг
Simple English: Factoring (finance)
slovenčina: Faktoring
svenska: Factoring
Türkçe: Faktoring
українська: Факторинг
Tiếng Việt: Bao thanh toán