Πρίσμα (οπτική)

Όταν μια δέσμη φωτός διέρχεται μέσω ενός πρίσματος, περιοριζόμενη επαρκώς, δημιουργεί χρωματική διασπορά, φάσμα.

Στην Οπτική πρίσμα χαρακτηρίζεται οποιοδήποτε διαφανές στερεό σώμα από ομοιογενές ισότροπο υλικό του οποίου η διατομή είναι τριγωνική, και διερχόμενη ακτίνα λευκού φωτός μέσω αυτού δημιουργεί το φάσμα της.

Το διαφανές αυτό σώμα, πρίσμα, αναλύει τη φωτεινή δέσμη λευκού φωτός στα χρώματα του φάσματός της, διαχωρίζοντας αυτά ανάλογα του μήκους κύματος εκάστου. Το γυάλινο πρίσμα διαθλά κάθε μήκος κύματος σε ορισμένη γωνία είτε διερχόμενο το φως από τον αέρα σ΄ αυτό είτε αντίστροφα, εξερχόμενο απ΄ αυτό στον αέρα.

  • Κατά τη διέλευση φωτεινής δέσμης μέσα από πρίσμα παρατηρούνται τρία οπτικά φαινόμενα: ανάκλαση, διάθλαση και ανάλυση φωτός.

Με την τοποθέτηση δύο πρισμάτων στην αυτή διεύθυνση της φωτεινής δέσμης επιτυγχάνεται επανασύνθεση των χρωμάτων, δηλαδή του φάσματος, σε δέσμη λευκού φωτός.

Χαρακτηριστικά πρίσματος

Το πρίσμα κατά την οπτική περιορίζεται ως σώμα σε δύο επίπεδα μη παράλληλα μεταξύ τους που καλούνται έδρες πρίσματος και η τομή τους ακμή του πρίσματος ή διαθλαστική ακμή, ενώ η γωνία της δίεδρης που σχηματίζεται από τις έδρες διαθλαστική γωνία. Κάθε δε τομή του πρίσματος από κάθετο επίπεδο στην ακμή του ονομάζεται κύρια τομή του πρίσματος. Εξ ολοκλήρου το πρίσμα λαμβάνεται ως διαφανές σώμα από ομογενές και ισότροπο υλικό.

άλλες γλώσσες
asturianu: Prisma (óptica)
башҡортса: Призма (оптика)
български: Призма (оптика)
brezhoneg: Kengereg
bosanski: Prizma (optika)
català: Prisma òptic
čeština: Optický hranol
English: Prism
Esperanto: Prismo (optiko)
euskara: Prisma optiko
فارسی: منشور
français: Prisme (optique)
贛語: 三稜鏡
हिन्दी: प्रिज़्म
hrvatski: Prizma (optika)
magyar: Prizma
Bahasa Indonesia: Prisma (optik)
íslenska: Glerstrendingur
日本語: プリズム
Patois: Prizim
ಕನ್ನಡ: ಅಶ್ರಕ
한국어: 프리즘
lietuvių: Prizmė
latviešu: Prizma (optika)
മലയാളം: പ്രിസം
मराठी: लोलक
Malti: Priżma
Nederlands: Prisma (optica)
norsk nynorsk: Optisk prisme
ਪੰਜਾਬੀ: ਰੰਗਾਵਲ
polski: Pryzmat
Piemontèis: Prisma (òtica)
português: Prisma (óptica)
Scots: Prism
srpskohrvatski / српскохрватски: Prizma (optika)
Simple English: Prism (optics)
slovenčina: Optický hranol
slovenščina: Optična prizma
српски / srpski: Призма (оптика)
Basa Sunda: Prisma (optik)
தமிழ்: பட்டகம்
తెలుగు: పట్టకం
Türkçe: Prizma (optik)
татарча/tatarça: Призма (оптика)
українська: Призма (оптика)
Tiếng Việt: Lăng kính
中文: 稜鏡
粵語: 三稜鏡