Πορνεία


Πορνείο στο Άμστερνταμ

Πορνεία ονομάζεται η προσφορά του σώματος προς συνουσία έναντι χρηματικής αμοιβής. Το άτομο που μαζικά και συστηματικά παρέχει σεξουαλικές υπηρεσίες με τον τρόπο αυτό ονομάζεται «εκδιδόμενο» - και ειδικότερα η γυναίκα «ιερόδουλη» ή κοινώς «πόρνη». Η πορνεία συχνά επίσης περιγράφεται ως «αγοραίος έρωτας» ή «αγοραίο σεξ» και κάποιες φορές αναφέρεται ως «το αρχαιότερο επάγγελμα του κόσμου». Λεπτομερείς νόμοι για την πορνεία είχαν ήδη θεσπιστεί από τον Σόλωνα στην αρχαία Αθήνα.

Η πορνεία στην Ελλάδα

Κατά το ελληνικό δίκαιο η πορνεία ως επάγγελμα, δηλαδή η μαζική και συστηματική επί χρήμασι προσφορά του σώματος προς συνουσία, εφόσον ασκείται σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία δεν αποτελεί αδίκημα. Απαιτείται όμως προηγουμένως άδεια της τοπικής αρμόδιας αρχής (αστυνομικής ή λιμενικής) για την εγκατάσταση ιερόδουλης σε οποιοδήποτε οίκημα και ο χαρακτηρισμός αυτού ως «οίκος ανοχής». Ταυτόχρονα, επιβάλλεται και η παρακολούθηση της υγείας της ιερόδουλης από γιατρούς του δημοσίου.

Η προαγωγή στην πορνεία αποτελεί έγκλημα και ονομάζεται «μαστροπεία». Σύμφωνα με το άρθρο 349 του Ποινικού Κώδικα:

  • "παρ. 3: Όποιος κατ' επάγγελμα ή από κερδοσκοπία προάγει στην πορνεία γυναίκες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δεκαοκτώ μηνών και με χρηματική ποινή."

Επίσης, στο πλέον καταργημένο άρθρο 347 του Ποινικού Κώδικα, οριζόταν ως παράνομη η πορνεία μεταξύ ανδρών. Πιο συγκεκριμένα, ο Ποινικός Κώδικας ανέφερε:

  • "παρ. 1: Η παρα φύση ασέλγεια μεταξύ αρρένων που τελέστηκε: α) με κατάχρηση μίας σχέσης εξάρτησης που στηρίζεται σε οποιαδήποτε υπηρεσία. β) απο ενήλικο με αποπλάνηση προσώπου νέοτερου από δεκαεπτά ετών ή απο κερδοσκοπία τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών."
  • "παρ. 2: Με την ίδια ποινή τιμωρείται και όποιος ασκεί την ασέλγεια της παρ. 1 κατ' επάγγελμα."

Τον Δεκέμβριο του 2015 το άρθρο καταργήθηκε με τροπολογία βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ.[1]

άλλες γλώσσες
Afrikaans: Prostitusie
Alemannisch: Prostitution
Ænglisc: Hōrdōm
العربية: دعارة
مصرى: دعاره
asturianu: Prostitución
azərbaycanca: Fahişəlik
تۆرکجه: فاحیشه‌لیک
Boarisch: Schnoin
Bikol Central: Prostitusyon
беларуская: Прастытуцыя
беларуская (тарашкевіца)‎: Прастытуцыя
български: Проституция
བོད་ཡིག: སྨད་འཚོང་མ།
brezhoneg: Gasterezh
کوردی: لەشفرۆشی
čeština: Prostituce
Чӑвашла: Проституци
Cymraeg: Puteindra
Deutsch: Prostitution
emiliàn e rumagnòl: Putàna
English: Prostitution
Esperanto: Prostituo
español: Prostitución
euskara: Prostituzio
فارسی: تن‌فروشی
français: Prostitution
Gaeilge: Striapachas
Gàidhlig: Siùrsachd
עברית: זנות
hrvatski: Prostitucija
Bahasa Indonesia: Pelacuran
Interlingue: Prostitution
Iñupiak: Allatuqti
íslenska: Vændi
italiano: Prostituzione
日本語: 売春
Basa Jawa: Prostitusi
қазақша: Жезөкшелік
한국어: 성매매
kurdî: Laşfiroşî
lumbaart: Prustitüsiun
lietuvių: Prostitucija
latviešu: Prostitūcija
Bahasa Melayu: Pelacuran
မြန်မာဘာသာ: ပြည့်တန်ဆာ
مازِرونی: مول زنان
Nederlands: Prostitutie
norsk nynorsk: Prostitusjon
occitan: Prostitucion
ਪੰਜਾਬੀ: ਵੇਸਵਾਗਮਨੀ
polski: Prostytucja
português: Prostituição
Runa Simi: Q'itayay
română: Prostituție
русский: Проституция
sicilianu: Prostituzzioni
srpskohrvatski / српскохрватски: Prostitucija
සිංහල: ගණිකාව
Simple English: Prostitution
slovenčina: Prostitúcia
chiShona: Chipfambi
Soomaaliga: Dhillo
српски / srpski: Проституција
svenska: Prostitution
Kiswahili: Ukahaba
తెలుగు: వ్యభిచారం
Tagalog: Patutot
Türkçe: Fuhuş
татарча/tatarça: Фахишәлек
українська: Проституція
oʻzbekcha/ўзбекча: Fohishalik
vèneto: Prostitusion
Tiếng Việt: Mại dâm
Winaray: Prostitusyon
ייִדיש: זנות
Vahcuengh: Gaindang
中文: 性交易
Bân-lâm-gú: Sèng-kau-e̍k
粵語: 賣淫