Πορνεία
English: Prostitution


Πορνείο στο Άμστερνταμ

Πορνεία ονομάζεται η προσφορά του σώματος προς συνουσία έναντι χρηματικής ή άλλης αμοιβής. Το άτομο που μαζικά και συστηματικά (ως επάγγελμα) παρέχει σεξουαλικές υπηρεσίες έναντι χρηματικής αμοιβής ονομάζεται «εκδιδόμενο». Η γυναίκα που «εκδίδεται» ονομάζεται επίσης «ιερόδουλη» ή κοινώς «πόρνη». «Πόρνος» ονομάζεται και ο άνδρας που έρχεται συχνά σε επαφή με πόρνες[1][2] ή αυτός που προσφέρει σεξουαλικές υπηρεσίες έναντι χρημάτων, ενώ ήδη από την αρχαία Ελλάδα υπήρχαν άνδρες «ιερόδουλοι» που όμως δεν είχαν δικαίωμα ανεξάρτητης άσκησης του επαγγέλματός τους.[3][4] Η πορνεία συχνά επίσης περιγράφεται ως «αγοραίος έρωτας» ή «αγοραίο σεξ» και κάποιες φορές αναφέρεται ως «το αρχαιότερο επάγγελμα του κόσμου». Λεπτομερείς νόμοι για την πορνεία είχαν ήδη θεσπιστεί από τον Σόλωνα στην αρχαία Αθήνα.

άλλες γλώσσες
Afrikaans: Prostitusie
Alemannisch: Prostitution
Ænglisc: Hōrdōm
العربية: دعارة
مصرى: دعاره
asturianu: Prostitución
azərbaycanca: Fahişəlik
تۆرکجه: فاحیشه‌لیک
Boarisch: Schnoin
Bikol Central: Prostitusyon
беларуская: Прастытуцыя
беларуская (тарашкевіца)‎: Прастытуцыя
български: Проституция
བོད་ཡིག: སྨད་འཚོང་མ།
brezhoneg: Gasterezh
کوردی: لەشفرۆشی
čeština: Prostituce
Чӑвашла: Проституци
Cymraeg: Puteindra
Deutsch: Prostitution
emiliàn e rumagnòl: Putàna
English: Prostitution
Esperanto: Prostituo
español: Prostitución
euskara: Prostituzio
فارسی: تن‌فروشی
français: Prostitution
Gaeilge: Striapachas
Gàidhlig: Siùrsachd
עברית: זנות
hrvatski: Prostitucija
Bahasa Indonesia: Pelacuran
Interlingue: Prostitution
Iñupiak: Allatuqti
íslenska: Vændi
italiano: Prostituzione
日本語: 売春
қазақша: Жезөкшелік
한국어: 성매매
kurdî: Laşfiroşî
lumbaart: Prostituzion
lietuvių: Prostitucija
latviešu: Prostitūcija
Bahasa Melayu: Pelacuran
မြန်မာဘာသာ: ပြည့်တန်ဆာ
مازِرونی: مول زنان
Nederlands: Prostitutie
norsk nynorsk: Prostitusjon
occitan: Prostitucion
ਪੰਜਾਬੀ: ਵੇਸਵਾਗਮਨੀ
polski: Prostytucja
português: Prostituição
Runa Simi: Q'itayay
română: Prostituție
русский: Проституция
sicilianu: Prostituzzioni
srpskohrvatski / српскохрватски: Prostitucija
සිංහල: ගණිකාව
Simple English: Prostitution
slovenčina: Prostitúcia
chiShona: Chipfambi
Soomaaliga: Dhillo
српски / srpski: Проституција
svenska: Prostitution
Kiswahili: Ukahaba
తెలుగు: వ్యభిచారం
Tagalog: Patutot
Türkçe: Fuhuş
татарча/tatarça: Фахишәлек
українська: Проституція
oʻzbekcha/ўзбекча: Fohishalik
vèneto: Prostitusion
Tiếng Việt: Mại dâm
Winaray: Prostitusyon
ייִדיש: זנות
Vahcuengh: Gaindang
中文: 性交易
Bân-lâm-gú: Sèng-kau-e̍k
粵語: 賣淫