Πολεμικό πλοίο

Σύγχρονο πολεμικό πλοίο (αεροπλανοφόρο)

Ως πολεμικό πλοίο νοείται "το σκάφος εκείνο το οποίο ανήκει στις ένοπλες δυνάμεις μιας πολιτείας υπό την διοίκηση αξιωματικού τοποθετουμένου από την κυβέρνηση του κράτους του οποίου φέρει τη σημαία και είναι επανδρωμένο με πλήρωμα υπό στρατιωτική πειθαρχία".

Τον ίδιο ορισμό έδωσε και η Διακήρυξη του Προέδρου των ΗΠΑ στις 23 Μαρτίου 1917. Τον ορισμό αυτό έχει υιοθετήσει και η Σύμβαση της Γενεύης "Περί ανοικτών θαλασσών" 1958 στο άρθρο 8.2 όσο και στη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θαλάσσης 1982, στο άρθρο 29.

Έτσι σύμφωνα με το παραπάνω ορισμό το πολεμικό πλοίο ορίζεται να είναι σκάφος, με κυβερνήτη Αξιωματικό των ενόπλων δυνάμεων χώρας και να διέπεται εσωτερικά από στρατιωτικούς κανονισμούς (χωρίς να γίνεται μνεία σε χωρητικότητα πλοίου, αυτοδυναμία κίνησης, εξοπλισμό ή οπλισμό)

άλλες γλώσσες
aragonés: Vaixiello
العربية: سفينة حربية
asturianu: Buque de guerra
беларуская: Карабель
bosanski: Ratni brod
čeština: Válečná loď
Чӑвашла: Карап
dansk: Krigsskib
Deutsch: Kriegsschiff
English: Warship
Esperanto: Militoŝipo
español: Buque de guerra
eesti: Sõjalaev
euskara: Gerraontzi
فارسی: کشتی جنگی
suomi: Sota-alus
français: Navire de guerre
Gaeilge: Long chogaidh
हिन्दी: युद्धपोत
hrvatski: Ratni brod
հայերեն: Ռազմանավ
Bahasa Indonesia: Kapal perang
íslenska: Herskip
日本語: 軍艦
қазақша: Кеме
한국어: 군함
Lëtzebuergesch: Krichsschëff
lietuvių: Karo laivas
Bahasa Melayu: Kapal perang
norsk nynorsk: Krigsskip
norsk: Krigsskip
पालि: Nāvā
polski: Okręt
português: Navio de guerra
română: Navă militară
русский: Корабль
Scots: Warship
srpskohrvatski / српскохрватски: Ratni brod
Simple English: Warship
slovenčina: Vojnová loď
slovenščina: Vojne ladje
shqip: Luftanija
српски / srpski: Ратни брод
svenska: Stridsfartyg
Kiswahili: Manowari
తెలుగు: యుద్ధనౌక
Türkçe: Savaş gemisi
українська: Корабель
Tiếng Việt: Tàu chiến
中文: 军舰
Bân-lâm-gú: Kun-lām
粵語: 戰船