Παρακεταμόλη

Η παρακεταμόλη ή ακεταμινοφαίνη είναι φάρμακο με αναλγητική και αντιπυρετική δράση, αλλά με ασθενείς αντιφλεγμονώδεις δράσεις, το οποίο χρησιμοποιείται εκτενώς χωρίς να απαιτείται συνταγή γιατρού. Σε θεραπευτικές δόσεις έχει λιγότερες παρενέργειες απ' ό,τι η ασπιρίνη. Είναι διαθέσιμο με τα εμπορικά ονόματα Panadol, Depon (Ελλάδα), Apotel (Ελλάδα), Dolal (Ελλάδα), Algocit (Ελλάδα),[1] Tylenol (ΗΠΑ) κτλ.

Η ακεταμινοφαίνη δρα αναστέλλοντας τη σύνθεση προσταγλανδινών στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Χρησιμοποιείται για την ανακούφηση από τους πονοκεφάλους και άλλους πόνους (πχ. στην αρθρίτιδα) και χρησιμοποιείται για τη ανακούφηση από το κρυολόγημα και τη γρίπη. Σε συνδυασμό με οπιοειδή αναλγητικά, η παρακεταμόλη μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία του έντονου πόνου, όπως ο μετεγχειρητικός πόνος και η παρηγορητική θεραπεία των ασθενών με προχωρημένο καρκίνο.[2]

Η παρακεταμόλη είναι ασφαλής και οι περισσότεροι άνθρωποι δεν παρουσιάζουν παρενέργειες στις συνιστώμενες δόσεις (μέχρι 1000 mg σε μία δόση, 4000 mg την ημέρα). Παρόλα αυτά, η υπερδοσολογία παρακεταμόλης μπορεί να αποβεί μοιραία, καθώς προκαλεί εκτεταμένη βλάβη στο ήπαρ. Παράγοντες κινδύνου αποτελούν η χρόνια ηπατική νόσος και ο αλκοολισμός.[3] Η υπερδοσολογία παρακεταμόλης είναι η κύρια αιτία οξείας ηπατικής βλάβης στο δυτικό κόσμο.

  • Παραπομπές

Παραπομπές

  1. Παρακεταμόλη www.galinos.gr
  2. Scottish Intercollegiate Guidelines Network (SIGN) (2008). «6.1 and 7.1.1». Guideline 106: Control of pain in adults with cancer. Scotland: National Health Service (NHS). ISBN http://www.sign.ac.uk/pdf/SIGN106.pdf. 
  3. Acetaminophen Drugs.com


άλλες γλώσσες
Afrikaans: Parasetamol
العربية: باراسيتامول
asturianu: Paracetamol
تۆرکجه: استامینوفن
български: Парацетамол
বিষ্ণুপ্রিয়া মণিপুরী: প্যারাসিটামল
bosanski: Paracetamol
català: Paracetamol
کوردی: پانادۆڵ
čeština: Paracetamol
Cymraeg: Paracetamol
Deutsch: Paracetamol
ދިވެހިބަސް: ޕެރަސެޓަމޯލް
English: Paracetamol
Esperanto: Paracetamolo
español: Paracetamol
euskara: Parazetamol
français: Paracétamol
Nordfriisk: Paracetamol
galego: Paracetamol
עברית: פרצטמול
hrvatski: Paracetamol
magyar: Paracetamol
հայերեն: Պարացետամոլ
Bahasa Indonesia: Parasetamol
íslenska: Parasetamól
italiano: Paracetamolo
қазақша: Парацетамол
lingála: Paracétamol
lietuvių: Paracetamolis
latviešu: Paracetamols
македонски: Парацетамол
Bahasa Melayu: Parasetamol
नेपाल भाषा: पारासिटामोल
Nederlands: Paracetamol
occitan: Paracetamòl
polski: Paracetamol
português: Paracetamol
română: Paracetamol
русский: Парацетамол
srpskohrvatski / српскохрватски: Paracetamol
Simple English: Paracetamol
slovenčina: Paracetamol
slovenščina: Paracetamol
српски / srpski: Paracetamol
Basa Sunda: Parasetamol
svenska: Paracetamol
Türkçe: Parasetamol
українська: Парацетамол
Tiếng Việt: Paracetamol
粵語: 撲熱息痛