Παλυνολογία

Palynologie-exemple.jpg

Με τον όρο Παλυνολογία (παλύνω: πασπαλίζω) εννοούμε την επιστήμη που εξετάζει τη χλωρίδα παλαιοτέρων περιόδων, μελετώντας παλυνόμορφα. Τα παλυνόμορφα περιλάμβάνουν φυτικές (συνήθως γύρη) και ζωικές δομές, μικροσκοπικές στο μέγεθος (από 5 µm έως 500 µm), και συντίθενται από υλικά ιδιαίτερα ανθεκτικά στις περισσότερες μορφές διάβρωσης. H γύρη συλλέγεται από εδαφολογικούς πυρήνες, στους οποίους διαφαίνεται η διαδοχή των γεωλογικών χρονολογικών περιόδων. Η μέθοδός της (πυρηνοληψία) στηρίζεται στην απόσπαση δειγμάτων εδάφους (καρότων) από λιμναίες και ελώδεις αποθέσεις, στη μελέτη και αναγνώριση των κόκκων γύρης που εμπεριέχουν και στη σύνταξη διαγραμμάτων γύρης, που πληροφορούν για τη χλωρίδα της ευρύτερης περιοχής σε μεγάλες χρονικές κλίμακες.

Μέθοδοι

Τα παλυνόμορφα (μεγέθους συνήθως από 5 έως 500 μm) εξάγονται από λίθους και αποθέσεις φυσικά, με πλύσιμο, μετά από χρήση υπερήχων και χημικά, χρησιμοποιώντας τη χημική αποσύνθεση για την απομάκρυνση μη οργανικών ουσιών (π.χ. χρησιμοποιώντας Υδροχλωρικό οξύ (HCl) για την απομάκρυνση ανθρακικών ορυκτών και Υδροφθορικό οξύ (HF) για την αποσύνθεση πυριτικών ορυκτών σε κατάλληλους καπνοθαλάμους ειδικών εργαστηρίων).

Τα δείγματα παρατηρούνται σε μικροσκόπιο και εξετάζονται με τη χρήση φωτός μικροσκοπία ή υποβάλλονται σε έλεγχο ηλεκτρονικής σάρωσης (SEM). Η Παλυνολογία χρησιμοποιεί αρκετές τεχνικές από άλλους σχετικούς επιστημονικούς κλάδους, όπως είναι η Γεωλογία, η Βοτανική, η Παλαιοντολογία, η Αρχαιολογία, η Εδαφολογία και η Γεωγραφία.

άλλες γλώσσες
العربية: علم الطلع
bosanski: Palinologija
català: Palinologia
čeština: Palynologie
dansk: Palynologi
Deutsch: Palynologie
English: Palynology
Esperanto: Polenoscienco
español: Palinología
euskara: Palinologia
français: Palynologie
hrvatski: Palinologija
Հայերեն: Պալինոլոգիա
Bahasa Indonesia: Palinologi
italiano: Palinologia
қазақша: Палинология
한국어: 화분학
Latina: Palynologia
македонски: Палинологија
Nederlands: Palynologie
norsk: Palynologi
polski: Palinologia
português: Palinologia
română: Palinologie
русский: Палинология
Simple English: Palynology
slovenčina: Palynológia
српски / srpski: Палинологија
svenska: Palynologi
Tagalog: Palinolohiya
Türkçe: Palinoloji
українська: Палінологія
中文: 孢粉学