Ορυκτό

Ορυκτό ονομάζεται κάθε χημικό στοιχείο ή ανόργανη ένωση φυσικής προέλευσης, που βρίσκεται στο έδαφος ή στο υπέδαφος ή, υπό μορφή διαλύματος, στο νερό, αποτελώντας συστατικό των πετρωμάτων, από τα οποία αποτελείται ο στερεός φλοιός της Γης. Ορυκτό είναι κάθε ομογενές σώμα από το οποίο αποτελείται ο στερεός φλοιός της γης. Φτιάχνεται με φυσικές διεργασίες και παρουσιάζει συγκεκριμένες ιδιότητες.

Ορισμένα ορυκτά, όπως για παράδειγμα το διαμάντι, το θείο και ο χρυσός είναι καθαρά χημικά στοιχεία. Τα περισσότερα, όμως, αποτελούνται από κάποια ανόργανη ένωση. Ο Βωξίτης, για παράδειγμα, είναι πέτρωμα που αποτελείται από τα ορυκτά βαιμίτη, γιββσίτη και διάσπορο, των οποίων το κύριο (αλλά όχι το μοναδικό) συστατικό είναι το οξείδιο του αργιλίου (Al2O3), ενώ ο γαληνίτης είναι θειούχος μόλυβδος (PbS). Τέτοιου είδους ορυκτά βρίσκονται στα πετρώματα, αποτελώντας τα συστατικά τους ενώ άλλα, όπως το χλωριούχο νάτριο (αλάτι) αφθονούν τόσο στη θάλασσα όσο και σε ποταμούς ή λίμνες. Ωστόσο, σπάνια ένα ορυκτό βρίσκεται αυτούσιο στην Φύση. Τα περισσότερα ορυκτά περιέχουν και προσμίξεις άλλων ορυκτών. Όταν οι προσμείξεις υπερβαίνουν την τάξη των 0,1 ppm αναφέρονται στον χημικό τύπο του ορυκτού ενώ όταν υπερβαίνουν το 1 ppm μπορούν να αλλάξουν βασικά στοιχεία της σύστασης και των ιδιοτήτων του ορυκτού. ( ppm= parts per million )

Η εξέταση των ορυκτών μας βοηθά να κατανοήσουμε την προέλευση της Γης, εφόσον αποθηκεύουν στο εσωτερικό τους χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με το τι συνέβη στο γεωλογικό παρελθόν[1].Το ορυκτό που αξιοποιείται ως πρώτη ύλη για την εξαγωγή κάποιου στοιχείου ονομάζεται μετάλλευμα. Για παράδειγμα ο γαληνίτης είναι μετάλλευμα του μολύβδου. Τα ορυκτά αποτελούν κύριο αντικείμενο μελέτης της Ορυκτολογίας.

Από τις χιλιάδες των ορυκτών λίγα είναι αυτά που αποδείχθηκαν χρήσιμα για τον άνθρωπο. Τα υπόλοιπα, χαρακτηρίζονται ως σημαντικά ή λιγότερο σημαντικά από την μικρή ή μεγάλη αισθητική τους αξία. Κάποια ορυκτά ανήκουν σε μια πολύ ιδιαίτερη κατηγορία, τους πολύτιμους λίθους. Οι πολύτιμοι λίθοι ξεχωρίζουν για την ομορφιά, το χρώμα, τη διαφάνεια και τη σπανιότητά τους. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι το διαμάντι, το σμαράγδι, το ρουμπίνι και το ζαφείρι. Οι ημιπολύτιμοι λίθοι, από την άλλη, αποτελούνται από ορυκτά μικρότερης αξίας. Σήμερα, τα διαμάντια θεωρούνται ως  οι ακριβότερες πέτρες για τη λάμψη, τη στιλπνότητα και τη σκληρότητά τους ενώ δεν λείπει και η χρηστική σημασία τους ως βιομηχανικά ορυκτά[1][2][3].

Η συλλογή ορυκτών, σε μουσεία είτε ιδιωτικές συλλογές, είναι συνήθης σε παγκόσμιο επίπεδο, εντούτοις πρέπει να γίνεται σύμφωνα με την νομοθεσία της κάθε Χώρας και χωρίς να παραβλέπεται η ιστορική και πολιτιστική παρακαταθήκη των ορυκτών για την κάθε περιοχή[4].

Στα «εξοφλημένα» μεταλλεία της Λαυρεωτικής (ΘορικούΣουνίουΚαμάριζαςΠλάκας κλπ) έχουν βρεθεί μέχρι σήμερα ανεκτίμητης αξίας ορυκτά. Δείγματα αυτών των ορυκτών είναι περιζήτητα από συλλέκτες, καθώς απαντούν σε μοναδικούς σχηματισμούς, όπως ο αγαρδίτης, ο σερπιερίτης, ο θορικοσίτης, ο λαυριονίτης, ο καμαριζαΐτης, ο (χ)ιλαριονίτης, ο αττικαίτης κ. ά. Πολλά από τα ορυκτά αυτά εκτίθενται στο Ορυκτολογικό Μουσείο Λαυρίου και το Ορυκτολογικό-Μεταλλευτικό Μουσείο Καμάριζας Λαυρίου, ενώ άλλα συμπεριλαμβάνονται σε ιδιωτικές συλλογές[5]. Τα ορυκτά του Λαυρίου, σε όποιο μουσείο του κόσμου κι αν ευρίσκονται, αποτελούν σημαντικό τμήμα της Παγκόσμιας Ορυκτολογικής και γεωλογικής Κληρονομιάς[6].

άλλες γλώσσες
Afrikaans: Mineraal
Alemannisch: Mineral
aragonés: Mineral
العربية: معدن
অসমীয়া: খনিজ পদাৰ্থ
asturianu: Mineral
azərbaycanca: Mineral
башҡортса: Минерал
беларуская: Мінерал
беларуская (тарашкевіца)‎: Мінэрал
български: Минерал
भोजपुरी: खनिज
বাংলা: খনিজ
bosanski: Mineral
català: Mineral
čeština: Minerál
Cymraeg: Mwyn
dansk: Mineral
Deutsch: Mineral
English: Mineral
Esperanto: Mineralo
español: Mineral
eesti: Mineraal
euskara: Mineral
estremeñu: Mineral
فارسی: کانی
suomi: Mineraali
Võro: Mineraal
français: Minéral
Nordfriisk: Mineraal
Frysk: Mineraal
Gaeilge: Mianra
galego: Mineral
עברית: מינרל
हिन्दी: खनिज
hrvatski: Minerali
Kreyòl ayisyen: Mineral
հայերեն: Միներալ
interlingua: Mineral
Bahasa Indonesia: Mineral
Ilokano: Mineral
íslenska: Steind
italiano: Minerale
日本語: 鉱物
Patois: Minaral
Basa Jawa: Mineral
ქართული: მინერალები
Qaraqalpaqsha: Mineral
қазақша: Минерал
ಕನ್ನಡ: ಖನಿಜ
한국어: 광물
Кыргызча: Минерал
Latina: Minerale
Lingua Franca Nova: Mineral
lumbaart: Mineraj
lietuvių: Mineralas
latviešu: Minerāls
मैथिली: खनिज
македонски: Минерал
മലയാളം: ധാതു
монгол: Эрдэс
मराठी: खनिज
Bahasa Melayu: Mineral
Mirandés: Mineral
မြန်မာဘာသာ: တွင်းထွက်ပစ္စည်း
Plattdüütsch: Mineral
नेपाली: खनिज
नेपाल भाषा: खनिज
Nederlands: Mineraal
norsk nynorsk: Mineral
norsk: Mineral
occitan: Minerau
ਪੰਜਾਬੀ: ਖਣਿਜ
polski: Minerał
پنجابی: معدنیات
português: Mineral
Runa Simi: Qiqlla
română: Mineral
armãneashti: Mineralu
русский: Минерал
русиньскый: Мінералы
संस्कृतम्: खानिजः
sicilianu: Minirali
Scots: Meeneral
srpskohrvatski / српскохрватски: Minerali
සිංහල: ඛනිජ
Simple English: Mineral
slovenčina: Minerál
slovenščina: Mineral
chiShona: Muchegwa
Soomaaliga: Macdan
shqip: Minerali
српски / srpski: Минерал
Basa Sunda: Mineral
svenska: Mineral
Kiswahili: Madini
தமிழ்: கனிமம்
ತುಳು: ಕನಿಜೊ
తెలుగు: మినరల్
ไทย: แร่
Tagalog: Mineral
Türkçe: Mineral
українська: Мінерал
اردو: معدن
oʻzbekcha/ўзбекча: Mineral
Tiếng Việt: Khoáng vật
Winaray: Mineral
吴语: 礦物
ייִדיש: מינעראל
Vahcuengh: Gvangvuz
中文: 礦物
Bân-lâm-gú: Khòng-bu̍t
粵語: 礦物