Ορμόνη

Η Ορμόνη είναι χημική ουσία που παράγεται στον οργανισμό, κυκλοφορεί στο αίμα και έχει ειδική ρυθμιστική δράση στη δραστηριότητα συγκεκριμένων κυττάρων ή οργάνων του σώματος.

Οι δράσεις της ορμόνης και τα μέρη του σώματος που αφορά διαφέρουν ανάλογα με τον τύπο της ορμόνης. Οι περισσότερες ορμόνες παράγονται από ειδικούς αδένες οι οποίοι ονομάζονται ενδοκρινείς αδένες. Όσο υψηλότερες είναι οι ποσότητες μιας ορμόνης στο αίμα τόσο περισσότερο δραστήριες γίνονται οι λειτουργίες που ελέγχει η ορμόνη αυτή.

Οι ορμόνες συμμετέχουν στη διαδικασία μεταβίβασης σήματος από το ένα κύτταρο στο άλλο. Αλληλεπιδρούν με τα κύτταρα - στόχους τους μέσω ειδικών αλληλεπιδράσεων υποδοχέων - ορμονών. Ο υποδοχέας μπορεί να βρίσκεται στη μεμβράνη του πλάσματος ή μέσα στο κύτταρο (κυτταροπλασματικό ή πυρηνικό). Η αλληλεπίδραση ορμόνης - υποδοχέα μπορεί να δημιουργεί δεύτερους αγγελιαφόρους ή να ρυθμίζει τη γονιδιακή έκφραση. Η επίδραση της ορμόνης στο κύτταρο μπορεί να είναι το αποτέλεσμα τροποποιημένων μεταβολικών οδών (δηλαδή μεταβολές σχετικές με τη δραστηριότητα ή τις συγκεντρώσεις ενζύμων) ή μεταβολών στην κυτταρική δομή και ανάπτυξη.

Οι ορμόνες μαζί με το νευρικό σύστημα ρυθμίζουν τη λειτουργία του ανθρώπινου οργανισμού. Η παρουσία ή η απουσία τους επηρεάζει το μεταβολισμό, την εμφάνιση του ανθρώπου και τη συμπεριφορά. Το νευρικό σύστημα είναι υπεύθυνο για τη γρήγορη ρύθμιση, ενώ οι ενδοκρινείς αδένες για τη ρύθμιση αλλαγών που απαιτούν περισσότερο χρόνο.

Η ορμονική έκκριση ρυθμίζεται τόσο από αρνητικούς, όσο και από θετικούς μηχανισμούς ανατροφοδότησης.

Ενδεικτικές ορμόνες






άλλες γλώσσες
Afrikaans: Hormoon
Alemannisch: Hormon
aragonés: Hormona
العربية: هرمون
অসমীয়া: হ'ৰমন
asturianu: Hormona
azərbaycanca: Hormonlar
башҡортса: Гормондар
беларуская: Гармоны
беларуская (тарашкевіца)‎: Гармоны
български: Хормон
বাংলা: হরমোন
bosanski: Hormon
català: Hormona
کوردی: ھۆرمۆن
čeština: Hormon
Cymraeg: Hormon
dansk: Hormon
Deutsch: Hormon
English: Hormone
Esperanto: Hormono
español: Hormona
eesti: Hormoonid
euskara: Hormona
فارسی: هورمون
suomi: Hormoni
français: Hormone
Nordfriisk: Hormoon
Gaeilge: Hormón
galego: Hormona
客家語/Hak-kâ-ngî: Hò-li-mùng
עברית: הורמון
हिन्दी: हार्मोन
Fiji Hindi: Hormone
hrvatski: Hormoni
Kreyòl ayisyen: Òmòn
magyar: Hormon
հայերեն: Հորմոններ
interlingua: Hormon
Bahasa Indonesia: Hormon
Ilokano: Hormona
Ido: Hormono
íslenska: Hormón
italiano: Ormone
日本語: ホルモン
Basa Jawa: Hormon
ქართული: ჰორმონები
қазақша: Гормондар
한국어: 호르몬
kurdî: Hormon
Кыргызча: Гормон
Latina: Hormon
lumbaart: Urmun
lietuvių: Hormonas
latviešu: Hormoni
македонски: Хормон
मराठी: संप्रेरक
Bahasa Melayu: Hormon
မြန်မာဘာသာ: ဟော်မုန်း
नेपाली: हर्मोन
नेपाल भाषा: हर्मोन
Nederlands: Hormoon
norsk nynorsk: Hormon
norsk: Hormon
occitan: Ormona
ਪੰਜਾਬੀ: ਹਾਰਮੋਨ
Kapampangan: Hormone
پنجابی: ہارمون
پښتو: هورمون
português: Hormona
română: Hormon
русский: Гормоны
русиньскый: Гормон
sicilianu: Urmoni
Scots: Hormone
سنڌي: هارمون
srpskohrvatski / српскохрватски: Hormoni
Simple English: Hormone
slovenčina: Hormón
slovenščina: Hormon
chiShona: Chidenhi
shqip: Hormonet
српски / srpski: Хормони
Basa Sunda: Hormon
svenska: Hormon
Kiswahili: Homoni
тоҷикӣ: Ҳормон
Tagalog: Hormona
Türkçe: Hormon
тыва дыл: Гормоннар
українська: Гормони
اردو: ہارمون
oʻzbekcha/ўзбекча: Gormonlar
vèneto: Ormon
Tiếng Việt: Nội tiết tố
Winaray: Hormon
吴语: 激素
ייִדיש: הארמאן
中文: 激素
Bân-lâm-gú: Ho͘-lú-bóng
粵語: 賀爾蒙