Ντίνγκο

Ντίνγκο
Χρονικό πλαίσιο απολιθωμάτων:
0.010–0 Ma
Πρώιμο Ολόκαινο-σήμερα
Ενήλικο αρσενικό ντίνγκο
Ενήλικο αρσενικό ντίνγκο
Κατάσταση διατήρησης
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Θηλαστικά (Mammalia)
Τάξη: Σαρκοφάγα (Carnivora)
Οικογένεια: Κυνίδες (Canidae)
Γένος: Κύων (Canis) (Linnaeus, 1758)
Είδος: C. lupus
Υποείδος: C. l. dingo
Τριώνυμο
Canis lupus dingo (Κύων ο λύκος ο ντίνγκο)
(εναλλακτικό: Canis dingo)

(Meyer, 1793)

Το Ντίγκο (Canis lupus dingo) είναι σαρκοφάγο θηλαστικό που ανήκει στην οικογένεια των Κυνιδών (Canidae). Πρόκειται για είδος άγριου σκύλου που ζει στην Αυστραλία, όπου, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ειδικών, έφτασε πριν 5.000-8.000 χρόνια από τη νοτιοανατολική Ασία. Λόγω της σχετικής απομόνωσης τους, τα ντίνγκο έχουν διατηρήσει τα πανάρχαια χαρακτηριστικά που τα συνδέουν με τα πρωτόγονα σκυλιά και το λύκο και τα διαφοροποιούν από τον κατοικίδιο σκύλο. Είναι ζώα με ρωμαλέο σώμα, ψηλά και δυνατά πόδια, πλατύ κεφάλι, μυτερό ρύγχος και όρθια αυτιά. Το μήκος του σώματός τους φτάνει τα 1,30 μέτρα και το ύψος τους έως το ακρώμιο τα 60 εκατοστά. Τα αρσενικά είναι συνήθως μεγαλύτερα και βαρύτερα από τα θηλυκά της ίδιας ηλικίας. Το τρίχωμα του ντίνγκο είναι κοντό, πυκνό και το χρώμα του είναι κιτρινωπό έως καστανοκόκκινο και λευκό στην κοιλιά. Η ουρά του είναι μακριά και φουντωτή. Τα ντίνγκο ζουν και κυνηγούν σε αγέλες. Τρέφονται με μικρά θηλαστικά, κατοικίδια ζώα και πουλερικά, τρωκτικά, ερπετά, ακόμα και με έντομα, ενώ παλαιότερα κυνηγούσαν και καγκουρό. Επικοινωνούν μεταξύ τους με ουρλιαχτά. Το θηλυκό γεννάει 3-8 μικρά ύστερα από κύηση 63 ημερών. Τα ντίνγκο εξημερώνονται και παλαιότερα οι Αβορίγινες τα χρησιμοποιούσαν ως κυνηγόσκυλα. Στο παρελθόν κυριάρχησαν στην ηπειρωτική αυστραλία απέναντι στο λύκο της Τασμανίας και το σαρκόφιλο. Σήμερα οι πληθυσμοί τους απειλούνται λόγω του κυνηγιού και της επιμειξίας με τους κατοικίδιους σκύλους. [2]

  • Παραπομπές

Παραπομπές

  1. http://www.iucnredlist.org/details/41585/0
  2. National Geographic - Η μεγάλη μαθητική εγκυκλοπαίδια, τόμος 17. Αθήνα: Τέσσερα Πι. 2010-2011, σελ. 181. 
άλλες γλώσσες
Afrikaans: Dingo
العربية: كلب أسترالي
مصرى: دنجو
авар: Динго
azərbaycanca: Dinqo
беларуская: Дынга
беларуская (тарашкевіца)‎: Дынга
български: Динго
বাংলা: ডিঙ্গো
brezhoneg: Dingo (loen)
català: Dingo
čeština: Dingo
Cymraeg: Dingo
dansk: Dingo
Deutsch: Dingo
emiliàn e rumagnòl: Ding
English: Dingo
Esperanto: Dingo
eesti: Dingo
euskara: Dingo
فارسی: دینگو
suomi: Dingo
Gaeilge: Diongó
galego: Dingo
עברית: דינגו
magyar: Dingó
Հայերեն: Դինգո
interlingua: Canis lupus dingo
Bahasa Indonesia: Dingo
íslenska: Dingó
日本語: ディンゴ
ქართული: დინგო
қазақша: Динго
한국어: 딩고
Кыргызча: Динго
Ligure: Dingo
lietuvių: Dingas
latviešu: Dingo
олык марий: Динго
മലയാളം: ഡിങ്കോ
монгол: Динго
Bahasa Melayu: Dingo
Nederlands: Dingo
norsk: Dingo
پنجابی: ڈنگو
português: Dingo
română: Câinele dingo
русский: Динго
Simple English: Dingo
slovenčina: Dingo austrálsky
slovenščina: Dingo
српски / srpski: Динго
Seeltersk: Dingo
svenska: Dingo
Tagalog: Dinggo
Türkçe: Dingo
українська: Динго
oʻzbekcha/ўзбекча: Dingo
Tiếng Việt: Chó Dingo
Winaray: Dingo
მარგალური: დინგო
中文: 澳洲野犬
Bân-lâm-gú: Dingo
粵語: 澳洲野狗