Ναύπλιο

Ναύπλιο
Το Ναύπλιο από το Παλαμήδι
Ναύπλιο βρίσκεται στο τόπο Greece
Ναύπλιο
Ναύπλιο
ΧώραΕλλάδα
ΠεριφέρειαΠελοπόννησος
ΔήμοςΝαυπλιέων
Διοίκηση
 • ΔήμαρχοςΔημήτρης Κωστούρος
Έκταση33,6 km2
Πληθυσμός14 203[1]
Ταχ. κωδ.211 00
Τηλ. κωδ.27520
Ιστοσελίδαhttp://www.nafplio.gr

Το Ναύπλιο ή Ανάπλι είναι πόλη της Πελοποννήσου, πρωτεύουσα της Περιφερειακής Ενότητας Αργολίδας, έδρα του δήμου Ναυπλιέων και ο κυριότερος λιμένας της ανατολικής Πελοποννήσου. Σύμφωνα με την απογραφή του 2011 είχε 14.203 κατοίκους. Είναι μια απ' τις πιο γραφικές πόλεις της χώρας και υπήρξε πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους κατά την περίοδο 1828 - 1833. Έχει χαρακτηριστεί παραδοσιακός οικισμός.

Το Ναύπλιο είναι γνωστό για το Μπούρτζι, μικρό φρούριο χτισμένο σε νησίδα μέσα στο λιμάνι, για το Παλαμήδι, ενετικό φρούριο που δεσπόζει στην πόλη, για την Ακροναυπλία (τουρκ. Ιτς-Καλέ), έτερο φρούριο ενετικό, επί της ομώνυμης χερσονησίδας, καθώς και ως τόπος δολοφονίας του Ιωάννη Καποδίστρια.

Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία στην τοποθεσία της σημερινής πόλης ίδρυσε ο Ναύπλιος τη Ναυπλία, η οποία οχυρώθηκε με κυκλώπεια τείχη. Αρχαιολογικά ευρήματα αποδεικνύουν την ύπαρξη της πόλης από τα μυκηναϊκά κιόλας χρόνια.

Το Ναύπλιο αποτελεί δημοφιλή προορισμό των κατοίκων της Αττικής και της Πελοποννήσου καθώς απέχει λίγο και από τις δύο περιοχές. Στα ομορφότερα κτήρια της πόλης είναι το μέγαρο Άρμανσμπεργκ (κατοικία του αντιβασιλέα της Ελλάδος Άρμανσπεργκ) καθώς και το αρχαιολογικό μουσείο στην πλατεία Συντάγματος. Στην πόλη λειτουργεί επίσης παράρτημα της Εθνικής Πινακοθήκης.

Ιστορία

Αρχαίοι και βυζαντινοί χρόνοι

Κωνικά ρυτά από το μυκηναϊκό νεκροταφείο της Ευαγγελιστρίας.

Κατά την αρχαιότητα, στη θέση του Ναυπλίου υπήρχε η πόλη Ναυπλία. Σύμφωνα με τη μυθολογία οικιστής της ήταν ο Ναύπλιος, γιος του Ποσειδώνα και της Αμυμώνης, ενώ ο πέμπτος επίγονός συμμετείχε στην Αργοναυτική Εκστρατεία. Η περιοχή κατοικείται από την προϊστορία. Στην Πρόνοια βρέθηκαν τέχνεργα και τάφοι από την μεσοελλαδική περίοδο (17ος-16ος αιώνα π.Χ.) και στην περιοχή Ευαγγελιστρία θαλαμωτοί τάφοι της μυκηναϊκής εποχής. Ανάμεσα ευρήματα ξεχωρίζει ένα ρυτό-κάλαθος που απεικονίζει έναν αίγαγρο[2]. Από την περιοχή της Πρόνοιας υπάρχουν ευρήματα και της γεωμετρικής εποχής.[3] Ίχνη κατοίκησης έχουν βρεθεί επίσης στο Παλαμήδι, στην Ακροναυπλία, στα Κουτσούρια και στην Καραθώνα.[4]

Η Ναυπλία ήταν αυτόνομη πόλη μέχρι τον 7ο αιώνα π.Χ., όταν κατακτήθηκε από το κοντινό Άργος, με βασιλιά τον Δαμοκράτιδα, όταν η Ναυπλία συμμάχησε με τους Σπαρτιάτες πριν το τέλος του δεύτερου μεσσηνιακού πολέμου, όπως αναφέρει ο Παυσανίας.[5] Στη συνέχεια έγινε επίνειο του Άργους, αλλά έχασε τη σημασία της και όταν την επισκέφτηκε ο Παυσανίας τον 2ο αιώνα μ.Χ. ήταν ερειπωμένη. Στο λόφο της Ακροναυπλίας βρισκόταν ιερό του Ποσειδώνα. Η Ακροναυπλία οχυρώθηκε κατά τους ελληνιστικούς χρόνους και τμήματα αυτής της οχύρωσης σώζονται μέχρι σήμερα.[6]

Κατά τους παλαιοχριστιανικούς και πρωτοβυζαντινούς χρόνους το Ναύπλιο ήταν μια μικρή πόλη. Ιερατικά υπαγόταν στην επισκοπή Άργους. Λόγω των επιδρομών Βαρβάρων τον 6ο-9ο αιώνα μ.Χ., κάτοικοι της κεντρικής Πελοποννήσου εγκαταστάθηκαν στον οχυρωμένο λόφο δημιουργώντας τη σημερινή πόλη του Ναυπλίου.[6] Μια επιδρομή των Αράβων τον 10ο αιώνα κατέστρεψε το Ναύπλιο, το οποίο όμως τον 11ο αιώνα αναδείχθηκε ως εμπορικό κέντρο και υπάγεται στην επισκοπή Άργους και Ναυπλίου[4]. Το 1199 παραχωρήθηκε στους Βενετούς προνόμιο ελεύθερου εμπορίου στο Ναύπλιο[6]. Το 1180 ο Μανουήλ Α΄ Κομνηνός ορίζει ως άρχοντα του Ναυπλίου τον Θεόδωρο Σγουρό, ο οποίος καταφέρνει να απομακρύνει τους πειρατές. Τον διαδέχθηκε ο Λέων Σγουρός, ο οποίος ανακήρυξε αυτόνομο βασίλειο και επέκτεινε την επικράτειά μέχρι τη Λάρισα, αλλά η επέκτασή του αναχαιτίστηκε από τη Δ΄ Σταυροφορία το 1204. Ο Λέων Σγούρος οχυρώθηκε στην Ακροκόρινθο, όπου και πέθανε το 1208, και τα δικαιώματα του Ναυπλίου η χήρα του, Ευδοκία Αγγελίνα, τα μεταβίβασε στον Μιχαήλ Άγγελο, δεσπότη της Ηπείρου. Τελικά, ο Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος κατέκτησε μετά από πολιορκία το Ναύπλιο το 1210. Από τους δύο προμαχώνες της Ακροναυπλίας κατέλαβαν τον ανατολικό, ο οποίος έγινε γνωστός ως Φράγκικος, ενώ ο δυτικός έμεινε στα χέρια των Βυζαντινών, και έγινε γνωστός ως Ρωμαίικος.[7].

Found in Naflio Greece, Museum of Ancient Greece in Nafplio

Ενετικοί και Οθωμανικοί χρόνοι

Ο Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος παρέδωσε το 1212 το Ναύπλιο στον Όθωνα ντε Λα Ρος, άρχοντα του Δουκάτου των Αθηνών, μαζί με το Άργος και το Κιβέρι. Μετά από συνθήκη ανάμεσα στους Βυζαντινούς και Φράγκους που υπογράφηκε το 1289, οι κάτοικοι της πόλης, για να δείξουν την ενότητά τους, σχεδίασαν στην πύλη του κάστρου αγιογραφίες αγίων της ανατολικής και δυτικής εκκλησίας και το έμβλημα των Παλαιολόγων και των ντε Λα Ρος.[4]

Επί της απειλής της Καταλανικής Εταιρείας, το Ναύπλιο πέρασε στην κατοχή του Βαλτέρ ντε Μπριεν, τελευταίου δούκα των Αθηνών, και μετά το θάνατό του πέρασε στην οικογένεια Ανγκιάν, της οποίας τελευταία απόγονος ήταν η Μαριά Ανγκιάν, η οποία το 1377 ήταν 13 χρονών και φοβούμενη τόσο τους Έλληνες, όσο και τους Φλωρεντιανούς Ατσαγιόλι της Κορίνθου, παντρεύτηκε το Πέτρο Κορνάρο, ώστε να έχει την προστασία της Βενετίας. Όμως, ο Πέτρος Κορνάρος πέθανε το 1388, και έτσι η χήρα παραχώρησε τα εδάφη της (Άργος και Ναύπλιο) στη Βενετία, ώστε να μην περάσουν στην κατοχή του Νέριο Ατσαγιόλι ή του Θεόδωρου Παλαιολόγου, δεσπότη του Μυστρά και γαμπρού του Νέριο, με αντάλλαγμα ισόβια χορηγία. Αν και οι Ατσαγιόλι κατάφεραν να καταλάβουν το Ναύπλιο, τελικά οι κάτοικοί του προτίμησαν τους Βενετούς.[6] Το 1394 δημιουργήθηκε με κληροδότημα του Νέριο Ατσαγιόλι νοσοκομείο στο Ναύπλιο[7].

Απεικόνιση του Ναυπλίου (ως Napoli di Romania) από τον Ενετό Τζάκομο Φράνκο (1590)

Οι Βενετοί, αντιλαμβανόμενοι την στρατηγική σημασία της πόλης την οχυρώνουν. Η πόλη του Ναυπλίου εξαπλώθηκε στις βόρειες πλαγιές της Ακροναυπλίας, δημιουργώντας την Κάτω Πόλη, το σημερινό ιστορικό κέντρο του Ναυπλίου. Η περιοχή ήταν ελώδης και γι'αυτό χρησιμοποιήθηκαν πάσσαλοι και τεχνητές προσχώσεις. Η Κάτω Πόλη οχυρώθηκε με ένα τείχος που ξεκινούσε από το κάστρο των Τόρων, στην ανατολική άκρη της χερσονήσου, επίσης ενετικό, και έφτανε μέχρι την πλατεία Καποδιστρίου. Η μοναδική είσοδος από τη στεριά ήταν η Πύλη της Ξηράς (Porta di Terra ferma) στα ανατολικά. Στην βορειοανατολική γωνία βρισκόταν κυκλικός πύργος. Στη συνεχεία ακολουθούσαν τη λεωφόρο Αμαλίας μέχρι την πλατεία αγίου Νικολάου, μετά προς τα βορειοδυτικά βρισκόταν ο προμαχώνας της Τερέζας και έπειτα τον προμαχώνα Πέντε Αδέλφια, όπου τοποθετήθηκαν πέντε πυροβόλα τα οποία έδωσαν στον προμαχώνα το όνομά του, και μετά συνέχιζαν μέχρι που ενώνονταν με τα τείχη της Ακροναυπλίας. Στο βόρειο τείχος βρίσκονταν τρεις πύλες. Το 1470 οχυρώθηκε και η νησίδα Άγιοι Θεώδοροι (σημερινό Μπούρτζι). Επίσης κατασκευάστηκε μια δεύτερη γραμμή άμυνας μέσα στα τείχη της Ακροναυπλίας, γνωστή ως «τραβέρσα του Γκαμπέλλο», από τον αρχιτέκτονα με τη σχεδίασε.[4] Οι Βενετοί αποκαλούσαν το Ναύπλιο Napoli di Romania. Σε έκθεση του 1530 αναφέρεται ότι είχε 13.299 κατοίκους[7].

Το 1396, οι Οθωμανοί, με επικεφαλής τους Γιουκ-Πασά και Μουρτάση πολιόρκησαν το Ναύπλιο αλλά αποχώρησαν λόγω της εισβολής του Ταμερλάνου. Το Ναύπλιο προσπάθησαν ανεπιτυχώς να πολιορκήσουν ο Μωάμεθ ο Πορθητής το 1463 και ο Βαγιαζήτ Β΄, αλλά με συνθήκη του 1502 το Ναύπλιο παρέμεινε στην κατοχή των Βενετών.[7] Το 1530, ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής προσπάθησε να καταλάβει με τη σειρά του να καταλάβει το Ναύπλιο.[7] Το 1540, το Ναύπλιο, και μετά από τρίχρονη πολιορκία και τα περισσότερα κτίρια κατεστραμμένα από τους βομβαρδισμούς, πέρασε στην κυριαρχία των Οθωμανών[4]. Κατά τη διάρκεια της Α΄ Οθωμανικής περιόδου, το Ναύπλιο ήταν έδρα του Τούρκου διοικητή της Πελοποννήσου. Οι Οθωμανοί διατηρούν τη φυσιογνωμία της πόλης, κατασκευάζοντας παράλληλα τζαμιά, χαμάμ, μεντρεσέδες και έργα κοινής ωφέλειας, όπως κρήνες. Η μόνη περιγραφή που σώζεται για το Ναύπλιο εκείνης της περιόδου είναι του Εβλιγιά Τσελεμπί. Από αυτήν την περίοδο θεωρείται ότι σώζεται το τζαμί γνωστό ως «Τριανόν».[4]

Το 1686, ο Φραντσέσκο Μοροζίνι ανακαταλαμβάνει το Ναύπλιο για τους Βενετούς ύστερα από πολιορκία και βομβαρδισμούς που κατέστρεψαν τα περισσότερα κτίρια της πόλης, 30 πυριταδαποθήκες και το υδραγωγείο.[7] Το Ναύπλιο ορίζεται πρωτεύουσα του βασιλείου του Μορέως. Μέχρι το 1699 επιδιορθώνουν τις καταστροφές στα κτίρια και στις οχυρώσεις που προκλήθηκαν από τους βομβαρδισμούς και στη συνέχεια ανοικοδομούν νέες οχυρώσεις. Η κατοίκηση στην Ακροναυπλία απαγορεύεται το 1686 και η περιοχή ισοπεδώνεται. Στη συνέχεια, μετά το 1702, οχυρώνεται το Παλαμήδι και ανακατασκευάζεται το ανατολικό τείχος και η πύλη της Ξηράς. Η οχύρωση του Παλαμηδίου είναι σε σχέδιο Giaxich και Lasalle και ολοκληρώθηκε μόλις σε τρία χρόνια (1711-1714). Άλλο σημαντικό κτίριο εκείνης της περιόδου είναι η αποθήκη του στόλου, το σημερινό αρχαιολογικό μουσείο. Οι προσχώσεις της πόλης επεκτείνονται λόγω των στεγαστικών αναγκών των κατοίκων της.[4]

Με την έναρξη του Ζ΄ Βενετοτουρκικού πολέμου, το 1715, στο Ναύπλιο έμειναν για να υπερασπιστούν την πόλη περίπου 2.000 άτομα. Παρά την αντίσταση των αμυνόμενων, το Ναύπλιο πέρασε στα χέρια των Οθωμανών ύστερα από προδοσία του φρούραρχου και αρχηγού του πυροβολικού Σαλά. Το Ναύπλιο ορίστηκε πρωτεύουσα του βιλαετιού του Μωριά, μέχρι που αυτή μεταφέρθηκε στην Τριπολιτσά το 1770, ώστε να μπορεί να ξεφύγει ο πασάς στα βουνά σε περίπτωση κινδύνου.[7] Το λιμάνι του χρησιμοποιούταν για την εξαγωγή σιταριού, το οποίο σχεδόν όλο κατέληγε στην Κωνσταντινούπολη. Η συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού του Ναυπλίου από το 1715 μέχρι το 1822 ήταν Μουσουλμάνοι, ενώ υπήρχαν και μειονότητες από τις οποίες οι μεγαλύτερες ήταν η χριστιανική και η εβραϊκή. Το 1779, ο Χασάν Πασάς, στα πλαίσια της εξόντωσης των Αρβανιτών που λεηλατούσαν την Πελοπόννησο, κατόρθωσε να τους κατακρημνίσει από το Παλαμίδι και από τότε η ακτή αυτή ονομάζεται «Αρβανιτιά». Το Ναύπλιο επλήγη από επιδημία πανώλης την περίοδο 1799-1801, η οποία μείωσε τον πληθυσμό στο μισό. Ο Πουκεβίλ το 1799 αναφέρει ότι το Ναύπλιο έχει περίπου 7.000 κατοίκους και τον πιο αξιόλογο λιμένα στην Πελοπόννησο.[8] Σημαντικά κτίρια που σώζονται από αυτήν την περίοδο είναι το τζαμί του Αγά Πασά (σήμερα Βουλευτικό), ο μεντρεσές του και η Φραγκοκλισιά (καθολική εκκλησία, αρχικά τζαμί).[4]

Επανάσταση του 1821 και τμήμα της Ελλάδας

Η δολοφονία του Καποδίστρια, έργο του Διονύσιου Τσόκου.

Κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1821, η πρώτη πολιορκία του Ναυπλίου έλαβε χώρα από τις 4-10 Απριλίου 1821, δια ξηράς και θαλάσσης (με επικεφαλής την Μπουμπουλίνα). Ακολούθησε άλλη μια η οποία χαλάρωσε από τον Κεχαγιά μπέι και μια υπό τον Νικήτα Σταματελόπουλο. Παράλληλα δύο αγγλικά πλοία παρείχαν προμήθειες στους πολιορκούμενους. Τις 18 Ιουνίου 1822 οι Τούρκοι αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν, αλλά ενισχύσεις από τον Δράμαλη καθυστέρησαν τη συνθήκη. Τις 30 Νοεμβρίου 1822, οι Έλληνες κατάφεραν να εισβάλλουν κρυφά στο Παλαμήδι μέσα στη νύχτα υπό την αρχηγία του Στάικου Σταϊκόπουλου και τελικά, τις 3 Δεκεμβρίου 1822, η φρουρά παραδόθηκε.[7] Στις 18 Ιανουαρίου 1823, το Ναύπλιο ορίστηκε έδρα της κυβερνήσεως, η οποία εγκαταστάθηκε εκεί τον Ιούνιο του 1824, και τις 4 Μαΐου 1827, με απόφαση της γ΄Εθνοσυνέλευσης, «καθέδρα» της κυβέρνησης. Το πρώτο Φύλλο της Εφημερίδα της Κυβερνήσεως τυπώθηκε στο Ναύπλιο τις 22 Σεπτεμβρίου 1825.[7] Το εκτελεστικό στεγάστηκε στο κονάκι του Αγά Πασά και το βουλευτικό στον τεκέ του Αγά Πασά. Η επιλογή του Ναυπλίου ως πρωτεύουσα έγκειται στο γεγονός ότι ήταν παραθαλάσσιο, και θα μπορούσε να ανεφοδιαστεί δια θαλάσσης σε περίπτωση πολιορκίας. Επίσης, ήταν κοντά στις Σπέτσες και στην Ύδρα και μπορούσε να ελέγχει αρκετές περιοχές της Πελοποννήσου και θαλάσσιες διαδρομές.[8] Η έδρα της κυβέρνησης μεταφέρθηκε προσωρινά στην Αίγινα από τον Αύγουστο του 1827 μέχρι τις 3 Μαρτίου 1829 για λόγους ασφαλείας, αλλά η καθέδρα παρέμεινε στο Ναύπλιο.

Ο μουσουλμανικός πληθυσμός του έφυγε, εκτός από κάποιους αιχμάλωτους αξιωματούχους. Οι οχυρώσεις, τα άδεια σπίτια και η ασφάλεια που προσέφερε οδήγησαν το Ναύπλιο να γίνει δέκτης μεγάλου αριθμού προσφύγων, ιδίως μετά την απόβαση του Ιμπραήμ Πασά και την πτώση του Μεσολογγίου το 1826, οδηγώντας το σε κατάσταση υπερπληθυσμού. Ο μεγάλος πληθυσμός, οι κακές συνθήκες υγιεινής, το κοντινό έλος, η έλλειψη πόσιμου νερού συνέβαλαν στην εμφάνιση επιδημιών πανώλης και ελονοσίας. Οι πρόσφυγες αποχώρησαν από το Ναύπλιο τα επόμενα χρόνια και το 1829, το Ναύπλιο αριθμούσε 5.550 κατοίκους, σύμφωνα με στοιχεία γαλλικής αποστολής, ενώ το 1853 3.435 κατοίκους.[8]

Ο Ιωάννης Καποδίστριας αποβιβάστηκε στο Ναύπλιο τις 8 Ιανουαρίου 1828.[7] Το Ναύπλιο ξανασχεδιάστηκε, σε πολεοδομικό σχέδιο Σταμάτη Βούλγαρη, ο οποίος είχε έρθει μαζί με τον Καποδίστρια, το οποίο χρησιμοποιούσε ορθογωνικό σχέδιο, με πλατείες και ευθύγραμμους δρόμους. Πολλά οθωμανικά κτίρια, όπως τα χαμάμ και τα σαχνισιά, ή γκρεμίστηκαν ή άλλαξαν χρήση. Το 1828 κτίστηκε το προάστιο Πρόνοια για τη στέγαση των προσφύγων. Επίσης ανακαινίστηκε και το νοσοκομείο και έγιναν προσπάθειες για τη δημιουργία δικτύου ύδρευσης και αποχέτευσης.[8] Στο Ναύπλιο ιδρύθηκε το πρώτο αλληλοδιδακτικό σχολείο στην Ελλάδα. Το 1829 κτίστηκε το ανάκτορο του κυβερνήτη.[7] Ο Ιωάννης Καποδίστριας δολοφονήθηκε τις 9 Οκτωβρίου 1831 από μέλη της οικογένειας Μαυρομιχάλη μπροστά στην εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο. Η χώρα βυθίστηκε σε περίοδο αναρχίας μέχρι την άφιξη του βασιλιά Όθωνα, ο οποίος αποβιβάστηκε στο Ναύπλιο τις 25 Ιανουαρίου 1833. Με τη μεταφορά της πρωτεύουσας το 1834 στην Αθήνα, το Ναύπλιο μετατρέπεται σε μια τυπική επαρχιακή πόλη.[4]

Την 1η Φεβρουαρίου 1862 ξέσπασε στο Ναύπλιο στρατιωτικό κίνημα με στόχο την εκθρόνιση του βασιλιά Όθωνα, το οποίο αποκλήθηκε Ναυπλιακά. Αν και αποτυχημένο, ο γενικότερος αναβρασμός που προκάλεσε οδήγησε στην έξωση του Όθωνα λίγους μήνες αργότερα.

Τα θαλάσσια τείχη κατεδαφίστηκαν το 1867, για να δημιουργηθεί η λεωφόρος Αμαλίας, το 1894-5 τα ανατολικά τείχη και επιχωματώθηκε η τάφρος ώστε να κατασκευαστεί σιδηροδρομικός σταθμός, ενώ το 1929 κατεδαφίστηκαν δύο προμαχώνες, για τη δημιουργία της πλατείας Καποδίστρια και σχολείων.[4] Το 1962, η παλιά πόλη του Ναυπλίου, μεταξύ του σιδηροδρομικού σταθμού και της θέσης "Πέντε Αδέλφια", χαρακτηρίστηκε αρχαιολογικός χώρος και διατηρητέο μνημείο.[9]

Μετά την μικρασιατική καταστροφή το 1922 και την ανταλλαγή πληθυσμών το 1923 στο Ναύπλιο, το οποίο τότε αριθμούσε 6.000 κατοίκους, εγκαταστάθηκαν περίπου 900 πρόσφυγες. Ο χώρος ο οποίος ορίστηκε ότι θα κάλυπτε τις στεγαστικές τους ανάγκες ήταν αυτός που οριζόταν από τις οδούς Ασκληπιού – Αγαπητού – Άργους – Παλαιολόγου – Λάμπρου – Χαρμαντά - Τσιλικανίδου και βρισκόταν στα βορειανατολικά του Ναυπλίου. Είχε έκταση 50 στρέμματα. Η κατασκευή των πρώτων προσφυγικών κατοικιών έλαβε χώρα το 1929, αν και οι απαλλοτριώσεις ολοκληρώθηκαν το 1939. Σήμερα αποτελεί τον συνοικισμό Νέο Βυζάντιο.[10]

άλλες γλώσσες
Alemannisch: Nafplio
Ænglisc: Nauplion
العربية: نافبليو
български: Навплио
català: Nàuplia
Cebuano: Náfplio
čeština: Nafplio
Deutsch: Nafplio
English: Nafplio
Esperanto: Nafplio
español: Nauplia
euskara: Nauplio
فارسی: نافپلیو
suomi: Náfplio
français: Nauplie
עברית: נאפפליו
hrvatski: Nauplion
magyar: Návplio
Հայերեն: Նաֆպլիոն
italiano: Nauplia
日本語: ナフプリオ
한국어: 나플리오
Latina: Nauplia
Lëtzebuergesch: Nafplio
lietuvių: Nafplijas
Nederlands: Nauplion
norsk nynorsk: Návplio
norsk: Nafplio
polski: Nauplion
português: Náuplia
română: Nauplion
русский: Нафплион
Scots: Nafplio
srpskohrvatski / српскохрватски: Nafplio
Simple English: Nauplion
slovenčina: Nafplio
slovenščina: Navplij
српски / srpski: Нафплио
svenska: Nafplion
Türkçe: Nafplion
українська: Нафпліон
اردو: نافپلیو
vèneto: Nauplia
Tiếng Việt: Nafplio
Winaray: Nafplio