Μόλυνση

Γενικά ως μόλυνση χαρακτηρίζεται η οποιαδήποτε παρουσία παθογόνων μικροβίων είτε σε αντικείμενα κοινής χρήσης είτε ειδικότερα στην επιφάνεια ενός ζωντανού οργανισμού ή και την είσδυσή τους εντός αυτού. Μερικές φορές γίνεται λόγος για τη μόλυνση του περιβάλλοντος, ενώ συνήθως εννοείται η ρύπανση.

Είναι το πρώτο στάδιο του κύκλου μιας ασθένειας και έπεται της επώασης. Για να γίνει μία μόλυνση, σημαίνει ότι ο μικροοργανισμός έχει καταφέρει να ξεπεράσει τους μηχανισμούς της εξωτερικής άμυνας του οργανισμού, δηλαδή το δέρμα του, τις κοιλότητες του και τις εξωτερικές εκκρίσεις του. Ο οργανισμός μόλις εντοπίσει μία μόλυνση αντιδρά μέσω του ανοσοποιητικού συστήματος.

Η μόλυνση μπορεί να αποφευχθεί γενικά τηρώντας τους κανόνες υγιεινής. Η προσωπική υγιεινή του καθενός είναι προσωπική του υπόθεση, ενώ για τα παιδιά είναι υπεύθυνοι οι γονείς και οι κηδεμόνες του. Υπάρχουν και γενικοί κανόνες υγιεινής και σχετικοί έλεγχοι, για να διασφαλιστεί η δημόσια υγιεινή, από ειδικούς ελεγκτές τους αστίατρους.

Η μόλυνση πρέπει να διακρίνεται από τον όρο λοίμωξη που συνδέεται αποκλειστικά με φλεγμονή.

  • Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Εξωτερικοί σύνδεσμοι


άλλες γλώσσες
العربية: مرض معد
བོད་ཡིག: ནད་ཡམས།
bosanski: Zarazna bolest
Esperanto: Infekta malsano
客家語/Hak-kâ-ngî: Chhòn-ngiam-phiang
Kreyòl ayisyen: Maladi kontajye
Bahasa Indonesia: Penyakit menular
日本語: 感染症
Basa Jawa: Penyakit nular
한국어: 감염병
Lëtzebuergesch: Infektiounskrankheet
lietuvių: Infekcinė liga
Nederlands: Infectieziekte
norsk nynorsk: Infeksjonssjukdom
português: Doença infecciosa
srpskohrvatski / српскохрватски: Infektivne bolesti
සිංහල: බෝවන රෝග
Simple English: Infectious disease
slovenčina: Infekčná choroba
slovenščina: Nalezljiva bolezen
తెలుగు: అంటువ్యాధి
Türkmençe: Infeksion keseller
татарча/tatarça: Инфекцион авырулар
oʻzbekcha/ўзбекча: Infeksion kasalliklar
Tiếng Việt: Bệnh truyền nhiễm
Vahcuengh: Binghlah
中文: 傳染病
Bân-lâm-gú: Thoân-jiám-pīⁿ
粵語: 傳染病