Μπανάνα

Ο καρπός του δέντρου.

Η μπανάνα είναι τροπικό φρούτο, καρπός της μπανανιάς. Περιέχει βιταμίνες A, B, C, D[1]. Καταναλώνεται συνήθως ωμή, αν και μπορεί να φαγωθεί τηγανητή, ψητή και αποξηραμένη, σε στρογγυλές επίπεδες φέτες. Για τη διατήρησή της μπορεί μετά την ξήρανση να τριφτεί σε αλεύρι. Είναι φυτό γηγενές της τροπικής ζώνης και πιθανώς εξημερώθηκε για πρώτη φορά στην Παπούα Νέα Γουινέα[2] Σήμερα καλλιεργείται κυρίως στην τροπική ζώνη[3]. Ορισμένες πρόσφατες ανακαλύψεις φυτολίθων μπανάνας στο Καμερούν που χρονολογούνται στην πρώτη χιλιετία π.Χ.[4] πυροδότησαν μια διεθνή συζήτηση για την αρχαιότητα καλλιέργειας της μπανάνας στην Αφρική. Υφίσταται γλωσσολογική μαρτυρία ότι οι μπανάνες ήταν ήδη γνωστές στη Μαδαγασκάρη περίπου εκείνη την εποχή[5]. Η πιο πρώιμη μαρτυρία καλλιέργειας μπανάνας πριν από αυτές τις πρόσφατες ανακαλύψεις θεωρείτο ο ύστερος 6ος αιώνας[6]. Τούτη η μαρτυρία υπονοεί ότι οι μπανάνες καλλιεργούνταν στην Αφρική πριν φθάσουν Πολυνήσιοι έποικοι στη Μαδαγασκάρη και υποδεικνύει επίσης επίσης επαφή και εμπόριο μεταξύ Πολυνήσιων και Αφρικανών τουλάχιστον 3.000 χρόνια πριν. Άλλες ποικιλίες μπανάνας εισήχθησαν στην ανατολική ακτή της Αφρικής από Μουσουλμάνους Άραβες[7].

άλλες γλώσσες
Afrikaans: Piesang
Alemannisch: Banane
አማርኛ: ሙዝ
aragonés: Banana
العربية: موز
مصرى: موز
অসমীয়া: কল
asturianu: Plátanu
Atikamekw: Pananis
Aymar aru: Puquta
azərbaycanca: Banan
تۆرکجه: موز
башҡортса: Банан
Bikol Central: Batag
беларуская: Банан (плод)
беларуская (тарашкевіца)‎: Банан (плод)
български: Банан (плод)
भोजपुरी: केला
Bislama: Banana
Bahasa Banjar: Pisang
বাংলা: কলা
བོད་ཡིག: ངང་ལག
brezhoneg: Bananez
bosanski: Banana
буряад: Гадил
català: Banana
Mìng-dĕ̤ng-ngṳ̄: Bă-ciĕu
нохчийн: Банан
ᏣᎳᎩ: ᏆᏁᎾ
Tsetsêhestâhese: Vóhka'émene
کوردی: مۆز
corsu: Banana
čeština: Banán
kaszëbsczi: Banan
Cymraeg: Banana
dansk: Banan
ދިވެހިބަސް: ދޮންކެޔޮ
eʋegbe: Akɔɖu
English: Banana
Esperanto: Banano
español: Banana
eesti: Banaan
euskara: Banana
فارسی: موز
suomi: Banaani
français: Banane
Gaeilge: Banana
贛語: 香蕉
Gàidhlig: Banana
galego: Banana
ગુજરાતી: કેળાં
Gaelg: Bananey
客家語/Hak-kâ-ngî: Khiûng-chiâu
עברית: בננה (פרי)
हिन्दी: केला
Fiji Hindi: Jaina
hornjoserbsce: Banana
Kreyòl ayisyen: Bannann
magyar: Banán
Հայերեն: Բանան
interlingua: Banana (fructo)
Bahasa Indonesia: Pisang
Ilokano: Saba
Ido: Banano
íslenska: Banani
italiano: Banana
日本語: バナナ
la .lojban.: badna
Basa Jawa: Gedhang
қазақша: Банан
ភាសាខ្មែរ: ចេក
한국어: 바나나
कॉशुर / کٲشُر: کیل
kurdî: Mûz
Кыргызча: Банан
lumbaart: Musa
lingála: Etabé
latviešu: Banāni
Basa Banyumasan: Gedhang
Malagasy: Akondro
Baso Minangkabau: Pisang
македонски: Банана
മലയാളം: വാഴ
монгол: Гадил
मराठी: केळ
Bahasa Melayu: Pisang
မြန်မာဘာသာ: ငှက်ပျော
नेपाली: केरा
नेपाल भाषा: म्वाय्
Nederlands: Banaan (vrucht)
norsk nynorsk: Banan
norsk: Bananer
Sesotho sa Leboa: Panana
occitan: Banana
ଓଡ଼ିଆ: କଦଳୀ
ਪੰਜਾਬੀ: ਕੇਲਾ
Kapampangan: Sagin
polski: Banan (owoc)
پنجابی: کیلا
پښتو: كيله
português: Banana
русский: Банан
русиньскый: Банан
Kinyarwanda: Umuneke
संस्कृतम्: कदलीफलम्
ᱥᱟᱱᱛᱟᱲᱤ: ᱠᱟᱭᱨᱟ
sardu: Banana
sicilianu: Banana
Scots: Bananae
سنڌي: ڪيلو
srpskohrvatski / српскохрватски: Banana
සිංහල: කෙසෙල්
Simple English: Banana
slovenčina: Banán
slovenščina: Banana
Gagana Samoa: Fa'i
Soomaaliga: Moos
shqip: Bananja
српски / srpski: Банана
Basa Sunda: Cau
svenska: Banan
Kiswahili: Ndizi
తెలుగు: అరటి
тоҷикӣ: Банан (мева)
ไทย: กล้วย
Tagalog: Saging
Setswana: Banana
Tok Pisin: Banana
Türkçe: Muz
chiTumbuka: Ntochi
reo tahiti: Meià
українська: Банан (плід)
اردو: کیلا
oʻzbekcha/ўзбекча: Banan
Tiếng Việt: Chuối
West-Vlams: Bananne
Winaray: Saging
吴语: 香蕉
ייִדיש: באנאן
Vahcuengh: Gyoijhom
中文: 香蕉
Bân-lâm-gú: Kin-chio
粵語: 香蕉