Μπαλέτο

Στιγμιότυπο από το μπαλέτο "Ο Καρυοθραύστης" του Τσαϊκόφσκι (1981).

Το μπαλέτο είναι είδος χορού, με καταγωγή από την Ιταλία του 15ου αιώνα, το οποίο αργότερα εξελίχθηκε στη σκηνική του μορφή, κυρίως στη Γαλλία και τη Ρωσία. Στην πρώιμη μορφή του απουσίαζε η χρήση σκηνικών και λάμβανε χώρα σε μεγάλες αίθουσες συναθροίσεων, όπου οι θεατές καταλάμβαναν τις θέσεις μπροστά και εκατέρωθεν της σκηνής. Έκτοτε έχει εξελιχθεί σε είδος χορού υψηλών τεχνικών απαιτήσεων, με δική του ορολογία και δομική σύσταση. Η μουσική συνοδεία είναι κατά κύριο λόγο από το ρεπερτόριο της κλασικής μουσικής, ενώ πολλοί συνθέτες έχουν γράψει μουσική ειδικά γι' αυτόν τον σκοπό.

Το μπαλέτο διδάσκεται σε σχολές ανά τον κόσμο, σε καθεμία από τις οποίες εναποτίθενται στοιχεία του πολιτισμού και της ιδιοσυγκρασίας του κάθε λαού. Ο χορός αυτός καθεαυτός καθορίζεται στα βήματα και τις κινήσεις του, ως μέρος μιας διεργασίας που ονομάζεται χορογραφία, η οποία με τη σειρά της εκτελείται από επαγγελματίες του χώρου και περιλαμβάνει άλλες μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης, όπως την ηθοποιία και τη μιμητική. Θεωρείται μία από τις πλέον υψηλόβαθμες τέχνες, που απαιτεί πολυετή εξάσκηση ώστε να φτάσει κανείς σε επαγγελματικό επίπεδο.

Η πιο γνωστή και δημοφιλής απόχρωση του μπαλέτου είναι αυτή που αναπτύχθηκε την εποχή του Ρομαντισμού (το λεγόμενο Ballet blanc =λευκό μπαλέτο), κατά την οποία το βάρος πίπτει στην κορυφαία του χορού (τη λεγόμενη πρίμα μπαλαρίνα), που ως πρωταγωνιστικός ρόλος αποκλείει την ανάδειξη σχεδόν όλων των άλλων· καλείται να εκτελέσει δύσκολες τεχνικές, που περιλαμβάνουν κατακόρυφη κίνηση στηριζόμενη στα δάκτυλα του ποδιού (en pointe), πιρουέτες και λοιπές ακροβατικές κινήσεις δεξιοτεχνίας, ενώ έχει καθιερωθεί η ένδυσή της με τη λεγόμενη γαλλική τουτού (κοντό φόρεμα από λευκό τούλι που αφήνει εκτεθειμένους τους μηρούς και επιτρέπει έτσι την ελευθερία κινήσεων). Η εξέλιξη του μπαλέτου περιλαμβάνει τα είδη του εξπρεσιονιστικού και νεοκλασικού μπαλέτου, αλλά και στοιχεία του σύγχρονου χορού.

Ετυμολογία

Η λέξη balletto προέρχεται από τη ιταλική γλώσσα, στην οποία είναι υποκοριστικό της λέξης ballo (εξ ου και μπάλος στα ελληνικά), που σημαίνει χορός, και που με τη σειρά της ανάγεται στη λατινική λέξη ballo ή ballare, που σημαίνει χορεύω.[1][2] Η λατινική αποτελεί παραφθορά του ελληνικού ρήματος βαλλίζω, που έχει ταυτόσημη σημασία.[3][4]

άλλες γλώσσες
Afrikaans: Ballet
Alemannisch: Ballett
العربية: باليه
অসমীয়া: বেলে নৃত্য
asturianu: Ballet
azərbaycanca: Balet
башҡортса: Балет
беларуская: Балет
беларуская (тарашкевіца)‎: Балет
български: Балет
বাংলা: ব্যালে
brezhoneg: Barrez
bosanski: Balet
català: Ballet
Chavacano de Zamboanga: Ballet
čeština: Balet
Чӑвашла: Балет
Cymraeg: Bale
dansk: Ballet
Deutsch: Ballett
Zazaki: Bale
English: Ballet
Esperanto: Baleto
español: Ballet
eesti: Ballett
euskara: Ballet
فارسی: باله (رقص)
suomi: Baletti
français: Ballet
Frysk: Ballet
贛語: 芭蕾
galego: Ballet
עברית: בלט
हिन्दी: बैले
hrvatski: Balet
magyar: Balett
Հայերեն: Բալետ
Bahasa Indonesia: Balet
Interlingue: Ballette
Ido: Baleto
italiano: Balletto
日本語: バレエ
Patois: Bale
Basa Jawa: Balèt
ქართული: ბალეტი
қазақша: Балет
한국어: 발레
Кыргызча: Балет
Latina: Ballatio
lietuvių: Baletas
latviešu: Balets
македонски: Балет
മലയാളം: ബാലെ
Bahasa Melayu: Balet
नेपाल भाषा: ब्याले
Nederlands: Ballet
norsk nynorsk: Ballett
norsk: Ballett
Novial: Balete
ਪੰਜਾਬੀ: ਬੈਲੇ
polski: Balet
português: Balé
română: Balet
русский: Балет
Scots: Ballet
srpskohrvatski / српскохрватски: Balet
Simple English: Ballet
slovenčina: Balet
slovenščina: Balet
shqip: Baleti
српски / srpski: Балет
Basa Sunda: Tari Balèt
svenska: Balett
தமிழ்: பாலே
тоҷикӣ: Балет
Tagalog: Ballet
Türkçe: Bale
татарча/tatarça: Balet
українська: Балет
oʻzbekcha/ўзбекча: Balet
Tiếng Việt: Múa Ba Lê
Winaray: Ballet
中文: 芭蕾舞
Bân-lâm-gú: Pa-lé-bú
粵語: 芭蕾