Μοσχοκάρυδο

Σπόρος μοσχοκάρυδου όπου διακρίνονται οι "φλέβες" του.
Το μασίς (κόκκινο) μεταξύ του καρπού και του μοσχοκάρυδου.

Το μοσχοκάρυδο (επίσης γνωστό στην Ινδονησία ως pala) είναι ένα από τα δύο μπαχαρικά - το ​​άλλο είναι το μασίς - τα οποία προέρχονται από διάφορα είδη δέντρων του γένους Myristica.[1] Το πιο σημαντικό εμπορικό είδος είναι η Μυριστική η ευώδης (Myristica fragrans), ένα αειθαλές δέντρο ιθαγενές στις Νήσους Μπάντα στις Μολούκες Νήσους (ή Νησιά των μπαχαρικών) της Ινδονησίας.

Μοσχοκάρυδα σε δέντρο στην Κεράλα, Ινδία.

Το μοσχοκάρυδο είναι ο σπόρος του δέντρου, ωοειδούς περίπου σχήματος, μήκους 20 έως 30 χιλ. (0,8 έως 1,2 ίντσες), πλάτους 15 έως 18 χιλ. (0,6 έως 0,7 ίντσες) και βάρους μεταξύ 5 και 10 g (0,2 και 0,4 ουγκιές (oz)) αποξηραμένo, ενώ το μασίς είναι η αποξηραμένη "δαντελωτή" κοκκινωπή κάλυψη ή το περικάρπιο του σπόρου. Η πρώτη συγκομιδή των δέντρων μοσχοκάρυδου, λαμβάνει χώρα 7-9 χρόνια μετά τη φύτευσή τους και τα δέντρα φτάνουν την πλήρη παραγωγή τους μετά από είκοσι χρόνια. Το μοσχοκάρυδο χρησιμοποιείται συνήθως σε μορφή σκόνης. Αυτός είναι ο μοναδικός τροπικός καρπός που είναι η πηγή δύο διαφορετικών μπαχαρικών. Επίσης, αρκετά άλλα εμπορικά προϊόντα παράγονται από τα δέντρα, συμπεριλαμβανομένων αιθέριων ελαίων, εξάγονται ελαιορητίνες και βούτυρο του μοσχοκάρυδου.

άλλες γλώσσες
Afrikaans: Neutmuskaat
العربية: جوزة الطيب
অসমীয়া: জাঁইফল
български: Индийско орехче
বাংলা: জায়ফল
català: Nou moscada
Cebuano: Moskada
dansk: Muskatnød
Deutsch: Muskatnuss
ދިވެހިބަސް: ތަކޫވައް
English: Nutmeg
Esperanto: Muskato
فارسی: جوز هندی
français: Noix de muscade
Gaeilge: Noitmig
galego: Noz moscada
ગુજરાતી: જાયફળ
हिन्दी: जायफल
Kreyòl ayisyen: Miskad
հայերեն: Մշկընկույզ
Bahasa Indonesia: Pala
Ido: Muskado
íslenska: Múskat (krydd)
日本語: ニクズク属
Basa Jawa: Pala
ქართული: ჯავზის ხე
ಕನ್ನಡ: ಜಾಪತ್ರೆ
한국어: 육두구
latviešu: Muskatrieksti
മലയാളം: ജാതിക്ക
मराठी: जायफळ
Bahasa Melayu: Buah pala
မြန်မာဘာသာ: ဇာတိပ္ဖိုလ်
Nederlands: Nootmuskaat
Nouormand: Muscade
occitan: Notz muscada
ਪੰਜਾਬੀ: ਜਾਇਫਲ
română: Nucșoară
संस्कृतम्: जातीफलम्
Scots: Nitmug
සිංහල: සාදික්කා
Simple English: Nutmeg
slovenščina: Muškatovec
Basa Sunda: Pala
Kiswahili: Kungumanga
తెలుగు: జాజికాయ
Tagalog: Moskada
українська: Мускатний горіх
West-Vlams: Notevaschoa
Winaray: Myristica
ייִדיש: מושקאט נוס
中文: 肉豆蔻