Μισθοφόρος

Το έργο του Λεονάρντο Ντα Βίντσι Profilo di capitano antico, επίσης γνωστό ως il Condottiero, 1480. Η λέξη Condottiero σήμαινε «αρχηγός των μισθοφόρων» στην Ιταλία την εποχή του ύστερου μεσαίωνα και της αναγέννησης

Ο μισθοφόρος είναι πολεμιστής που παίρνει μέρος σε μια ένοπλη σύγκρουση χωρίς να είναι υπήκοος κάποιας από τις χώρες που εμπλέκονται στη σύρραξη και «το κίνητρό του για να λάβει μέρος στις εχθροπραξίες είναι η επιθυμία για ιδιωτικό όφελος»[1][2]. Με άλλα λόγια, ο μισθοφόρος, είναι ένα άτομο που αγωνίζεται για προσωπικό κέρδος ή άλλη ανταμοιβή και όχι για τα ιδεολογικά ή εθνικά συμφέροντα μιας χώρας, είτε υπέρ ή κατά της επίσημης κυβέρνησης ενός κράτους. Ωστόσο, ακόμη και στην περίπτωση του μισθοφόρου υφίσταται συχνά αλληλεπικάλυψη οικονομικών και εθνικών συμφερόντων, όπως συμβαίνει με τις διάφορες εταιρείες που εκμισθώνουν μισθοφόρους για την υπεράσπιση των στρατηγικών και ιδεολογικών συμφερόντων μιας χώρας. Στον τελευταίο αιώνα, και όπως αναφέρεται στη Συνθήκη της Γενεύης, οι μισθοφόροι δεν δικαιούνται προστασία από τους κανόνες του πολέμου που καλύπτουν τους μη μισθοφόρους. Ένας τέτοιος ορισμός εξαιρεί από το καθεστώς, π.χ. τα μέλη της Λεγεώνας των Ξένων ή τους νεπαλέζους Gurkas, τους Μουτζαχεντίν και κάθε άλλο εθελοντή με κίνητρα ιδεολογικά και όχι οικονομικά.

άλλες γλώσσες
Alemannisch: Söldner
العربية: مرتزق
asturianu: Mercenariu
azərbaycanca: Muzdlu döyüşçü
български: Наемник
brezhoneg: Goprsoudard
bosanski: Najamnik
català: Mercenari
čeština: Žoldnéř
Cymraeg: Hurfilwr
dansk: Lejesoldat
Deutsch: Söldner
English: Mercenary
Esperanto: Soldulo
español: Mercenario
euskara: Mertzenario
فارسی: مزدور
français: Mercenaire
Frysk: Hierling
galego: Mercenario
עברית: שכיר חרב
hrvatski: Plaćenici
magyar: Zsoldos
Bahasa Indonesia: Tentara bayaran
italiano: Mercenario
日本語: 傭兵
Basa Jawa: Wadya Bayaran
한국어: 용병
lietuvių: Samdinys
Bahasa Melayu: Tentera upahan
Nederlands: Huursoldaat
norsk nynorsk: Leigesoldat
norsk: Leiesoldat
occitan: Mercenari
português: Mercenário
română: Mercenar
русский: Наёмник
Scots: Mercenar
srpskohrvatski / српскохрватски: Najamnik
Simple English: Mercenary
slovenčina: Žoldnier
slovenščina: Najemnik
српски / srpski: Najamnik
svenska: Legosoldat
Kiswahili: Mamluki
Türkçe: Paralı asker
українська: Найманець
Tiếng Việt: Lính đánh thuê
ייִדיש: שכיר חרב
中文: 僱傭兵
粵語: 僱傭兵