Μετωνυμία

Μετωνυμία είναι σχήμα λόγου κατά το οποίο μια λέξη/φράση χρησιμοποιείται αντί αυτής που λογικά θα έπρεπε να επιλεγεί, επειδή έχει στενή εννοιολογική συγγένεια μαζί της. Μια έννοια δηλαδή εκφράζεται με μια λέξη που κανονικά δηλώνει μια άλλη έννοια, όπως: Ελλάδα αντί Έλληνες, τρίτη ηλικία αντί ηλικιωμένοι. Συγκρινόμενη με τη μεταφορά, η μετωνυμία βασίζεται στην εγγύτητα, καθώς δεν απαιτεί μετακίνηση (άλμα της φαντασίας), όπως εκείνη. Αυτή η διαφορά μπορεί να κάνει τη μετωνυμία να μοιάζει πιο «φυσική» από τις μεταφορές. Συγκεκριμένα η μετωνυμία μπορεί να πάρει τις εξής ειδικότερες μορφές:

α. Το περιέχον αντί του περιεχομένου:

  • Πεινούσε τόσο πολύ, που έφαγε πέντε πιάτα. (πιάτα = μερίδες φαγητού)
  • Στο τέλος της παράστασης τον επευφήμησε όλο το θέατρο. (το θέατρο = οι θεατές)

β. Η αφηρημένη έννοια αντί της συγκεκριμένης:

  • Η Αθήνα προετοιμάζεται για τη σύνοδο των υπουργών οικονομικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. (Η Αθήνα = Η ελληνική κυβέρνηση)
  • Ο νόμος τον αντιμετώπισε με επιείκεια λόγω του προτέρου εντίμου βίου του. (Ο νόμος = οι δικαστές, οι εκπρόσωποι του νόμου)

γ. Ο δημιουργός ή εφευρέτης αντί της δημιουργίας ή εφεύρεσης:

  • Όλη μέρα χθες δεν βγήκε, γιατί διάβαζε Παπαδιαμάντη. (Παπαδιαμάντη = τα έργα του Παπαδιαμάντη)
  • Η αστυνομία μετά από έρευνα στο κρησφύγετο των κακοποιών κατέσχεσε τρία καλάσνικοφ. (καλάσνικοφ = το όπλο από το όνομά του εφευρέτη του)

Βιβλιογραφία

άλλες γλώσσες
العربية: كناية
azərbaycanca: Metonimiya
беларуская: Метанімія
беларуская (тарашкевіца)‎: Мэтанімія
български: Метонимия
català: Metonímia
čeština: Metonymie
Cymraeg: Trawsenwad
dansk: Metonymi
Deutsch: Metonymie
English: Metonymy
Esperanto: Metonimio
español: Metonimia
euskara: Metonimia
فارسی: کنایه
suomi: Metonymia
français: Métonymie
贛語: 轉喻
galego: Metonimia
עברית: מטונימיה
हिन्दी: उपलक्षण
hrvatski: Metonimija
magyar: Metonímia
interlingua: Metonymia
Bahasa Indonesia: Metonimia
íslenska: Nafnskipti
italiano: Metonimia
日本語: 換喩
қазақша: Метонимия
한국어: 환유
Кыргызча: Метонимия
Latina: Metonymia
македонски: Метонимија
Nederlands: Metonymie
norsk nynorsk: Metonymi
norsk: Metonymi
ਪੰਜਾਬੀ: ਮੈਟੋਨਮੀ
polski: Metonimia
português: Metonímia
română: Metonimie
русский: Метонимия
саха тыла: Метонимия
sicilianu: Mitunìmia
Scots: Metonymy
srpskohrvatski / српскохрватски: Metonimija
Simple English: Metonymy
slovenčina: Metonymia
slovenščina: Metonimija
shqip: Metonimia
српски / srpski: Metonimija
svenska: Metonymi
தமிழ்: ஆகு பெயர்
татарча/tatarça: Метонимия
українська: Метонімія
oʻzbekcha/ўзбекча: Metonimiya
Tiếng Việt: Hoán dụ
中文: 轉喻
粵語: 借喻