Μελιτζάνα

Μελιτζάνα
Μελιτζάνα
Μελιτζάνα
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο:Φυτά (Plantae)
Συνομοταξία:Αγγειόσπερμα (Magnoliophyta)
Ομοταξία:Μονοκοτυλήδονα (Liliopsida)
Τάξη:Στρυχνώδη (Solanales)
Οικογένεια:Στρυχνοειδή (Solanaceae)
Γένος:Στρύχνον (Solanum)
Είδος:S. melongena
Διώνυμο
Στρύχνον η μελιτζάνα ή Στρύχνον το εδώδιμον
Solanum melongena

L.
Μελιτζάνα, ο καρπός του φυτού

Η μελιτζάνα (επισ. Solanum melongena Στρύχνον η μελιτζάνα) είναι ποώδες, πολυετές φυτό του γένους Στρύχνον (Solanum) της οικογένειας των Στρυχνοειδών (Solanaceae) και καλλιεργείται για τον ομώνυμο καρπό της.

Το Ελληνικό όνομά της προέρχεται από παραλλαγή της Αραβικής της ονομασίας bāḏinjān σε μελιτζάνα, επηρεασμένο από το μελανό χρώμα του καρπού. Στην Κύπρο είναι γνωστή ως "το βαζάνι"[1], ονομασία πιο κοντινή στην Αραβική bāḏinjān. Η Βυζαντινή λέξη μελιτζάνα (melitzána) αποδόθηκε στα μεσαιωνικά λατινικά σαν melongena. Με αλλαγή του “g” σε “z” προέκυψε στα σύγχρονα Ιταλικά η λέξη "melanzana" .[2]

Στην αρχαιότητα

Στην αρχαιότητα, ήταν ιθαγενές φυτό της Ινδίας,[3][4] αλλά καλλιεργούνταν προϊστορικά και στην Κίνα και την Κεντρική Ασία. Η πρώτη γραπτή αναφορά για το φυτό εντοπίζεται σε μια αρχαία κινέζικη αγροτική πραγματεία το 544 π.Χ..[5] Στην Ευρώπη ήρθε μέσω του Βυζαντίου από τους Άραβες. Στην Ελλάδα έφτασε το 12ο-13ο αιώνα και από τότε αποτελεί ένα από τα βασικά συστατικά της Μεσογειακής διατροφής.

άλλες γλώσσες
Аҧсшәа: Абаклаџьан
Acèh: Truëng
አማርኛ: ባዚንጀን
Ænglisc: Ǣgwyrt
العربية: باذنجان
azərbaycanca: Badımcan
تۆرکجه: بادیمجان
Bikol Central: Talong
беларуская: Баклажан
български: Патладжан
भोजपुरी: बैगन
Bislama: Obesin
বাংলা: বেগুন
བོད་ཡིག: རྡོ་ལུ་མ།
brezhoneg: Berjinez
bosanski: Patlidžan
català: Albergínia
Mìng-dĕ̤ng-ngṳ̄: Giò (sĭk-ŭk)
کوردی: باینجان
Cymraeg: Planhigyn ŵy
dansk: Aubergine
Deutsch: Aubergine
dolnoserbski: Oberžina
ދިވެހިބަސް: ބަށި
English: Eggplant
Esperanto: Melongeno
eesti: Baklažaan
euskara: Alberjinia
فارسی: بادنجان
suomi: Munakoiso
français: Aubergine
Nordfriisk: Aubergine
Gaeilge: Ubhthoradh
galego: Berenxena
गोंयची कोंकणी / Gõychi Konknni: Vaingim
𐌲𐌿𐍄𐌹𐍃𐌺: 𐌰𐌳𐌳𐌾𐌰𐌺𐍂𐌰𐌽
ગુજરાતી: રીંગણ
客家語/Hak-kâ-ngî: Khiò
עברית: חציל
हिन्दी: बैंगन
hrvatski: Patlidžan
hornjoserbsce: Oberžina
Kreyòl ayisyen: Berejèn
magyar: Padlizsán
Հայերեն: Բադրիջան
Bahasa Indonesia: Terung
Ilokano: Tarong
ГӀалгӀай: Жакъоп
íslenska: Eggaldin
日本語: ナス
Basa Jawa: Térong
ქართული: ბადრიჯანი
Qaraqalpaqsha: Baklajan
Kabɩyɛ: Kela
Kongo: Kitsukulu
қазақша: Кәді
ಕನ್ನಡ: ಬದನೆ
한국어: 가지 (식물)
कॉशुर / کٲشُر: وانٛگُن
kurdî: Balîcan
Кыргызча: Баклажан
Ladino: Berendjena
лакку: Бадуржан
lingála: Sóló
lietuvių: Baklažanas
latviešu: Baklažāns
македонски: Модар патлиџан
മലയാളം: വഴുതന
मराठी: वांगे
Bahasa Melayu: Terung
မြန်မာဘာသာ: ခရမ်းပင်
مازِرونی: وینگوم
Napulitano: Mulignana
नेपाली: भान्टा
Nederlands: Aubergine (plant)
norsk nynorsk: Aubergine
norsk: Aubergine
occitan: Aubergina
ଓଡ଼ିଆ: ବାଇଗଣ
ਪੰਜਾਬੀ: ਬੈਂਗਨ
Kapampangan: Balasenas
Picard: Oubàrjine
پنجابی: بتاؤں
پښتو: بانجان
português: Beringela
română: Vânătă
armãneashti: Vinitâ
русский: Баклажан
Kinyarwanda: Urutoryi
संस्कृतम्: वृन्ताकः
sicilianu: Milinciana
سنڌي: واڱڻ
srpskohrvatski / српскохрватски: Patlidžan
Simple English: Aubergine
slovenščina: Jajčevec
српски / srpski: Патлиџан
Basa Sunda: Térong
svenska: Aubergine
Kiswahili: Mbiringani
தமிழ்: கத்தரி
ತುಳು: ಗುಳ್ಳ
తెలుగు: వంకాయ
тоҷикӣ: Бодинҷон
ትግርኛ: መለንዛና
Tagalog: Talong
lea faka-Tonga: Paingani
Türkçe: Patlıcan
ئۇيغۇرچە / Uyghurche: Çeyze
українська: Баклажан
اردو: بینگن
oʻzbekcha/ўзбекча: Baqlajon
Tiếng Việt: Cà tím
West-Vlams: Aubergine
walon: Belindjele
Winaray: Tarong
吴语: 落苏
ייִדיש: פאטלעזשאן
Vahcuengh: Lwggwz
中文:
Bân-lâm-gú: Kiô-á
粵語: 矮瓜