Μεθοδολογία

Με τον ελληνικό, διεθνή σήμερα, όρο μεθοδολογία, (= "μέθοδος" + "λογία"), χαρακτηρίζεται η συστηματική και λογική μελέτη των αρχών που διέπουν γενικότερα την επιστημονική διερεύνηση. Η μεθοδολογία αποτελεί ιδιαίτερη δεοντολογική επιστήμη, με αντικείμενο τους γενικούς λόγους ισχύος των διαφόρων θεωριών και όχι επί της ουσίας αυτών.
Ο απασχολούμενος με την μεθοδολογία καλείται μεθοδολόγος, που δεν θα πρέπει να συγχέεται με τον μεθοδιστή, οπαδό του χριστιανικού κινήματος του Μεθοδισμού.

άλλες γλώσσες
Alemannisch: Methodologie
العربية: منهجية
Boarisch: Methodologie
беларуская (тарашкевіца)‎: Мэтадалёгія навукі
български: Методология
bosanski: Metodologija
català: Metodologia
čeština: Metodologie
Cymraeg: Methodoleg
dansk: Metodologi
Deutsch: Methodologie
English: Methodology
Esperanto: Metodologio
español: Metodología
euskara: Metodo
français: Méthodologie
galego: Metodoloxía
hrvatski: Metodologija
Bahasa Indonesia: Metodologi
italiano: Metodologia
日本語: 方法論
Basa Jawa: Metodologi
қазақша: Методология
한국어: 방법론
Latina: Methodologia
lietuvių: Metodologija
монгол: Арга зүй
Nederlands: Methodologie
norsk: Metodologi
polski: Metodologia
português: Metodologia
română: Metodologie
русиньскый: Методіка
srpskohrvatski / српскохрватски: Metodologija
slovenčina: Metodológia
српски / srpski: Методика
svenska: Metodologi
Tagalog: Pamamaraan
українська: Методологія науки
Tiếng Việt: Phương pháp luận
中文: 方法学