Μήτρα


Το γυναικείο αναπαραγωγικό σύστημα. Η μήτρα σημειώνεται με τον αριθμό 13.

Η μήτρα αποτελεί μέρος του θηλυκού αναπαραγωγικού συστήματος, και είναι ένα από τα εσωτερικά γεννητικά όργανα. Η μήτρα παίζει σημαντικότατο ρόλο στην εγκυμοσύνη, καθώς φιλοξενεί το γονιμοποιημένο ωάριο και στη συνέχεια το έμβρυο κατά τη διάρκεια της κύησης.


Μορφολογία

Η μήτρα είναι ένα όργανο σε σχήμα αχλαδιού. Έχει διαστάσεις σε μια φυσιολογική νεαρή γυναίκα 8εκ χ 5εκ χ1,5εκ. Αποτελείται από τον τράχηλο, το σώμα και τον θόλο της μήτρας. Ο τράχηλος αποτελεί το σημείο επικοινωνίας με τον κόλπο της γυναίκας και χωρίζεται σε υπερκολεϊκό και ενδοκολεϊκό μέρος. Το ενδοκολεϊκό μέρος εμφανίζει το έξω στόμιο της μήτρας.[1]

Το τοίχωμα της μήτρας είναι σχετικά παχύ και σχηματίζεται από τρεις στιβάδες: ανάλογα με την περιοχή της μήτρας, υπάρχει είτε ένας εξωτερικός ορογόνος χιτώνας (συνδετικός ιστός και μεσοθήλιο) είτε έξω χιτώνας (συνδετικός ιστός). Οι άλλες στιβάδες της μήτρας είναι το μυομήτριο, μια παχειά στιβάδα λείου μυός και το ενδομήτριο, δηλαδή ο βλεννογόνος της μήτρας.

άλλες γλώσσες
aragonés: Utero
العربية: رحم
ܐܪܡܝܐ: ܡܪܒܥܐ
asturianu: Úteru
azərbaycanca: Uşaqlıq (anatomiya)
беларуская: Матка жанчыны
беларуская (тарашкевіца)‎: Маціца
български: Матка
বাংলা: জরায়ু
bosanski: Materica
català: Úter
کوردی: مناڵدان
čeština: Děloha
Cymraeg: Croth
dansk: Livmoder
Deutsch: Gebärmutter
ދިވެހިބަސް: ރަހިމު
English: Uterus
Esperanto: Utero
español: Útero
eesti: Emakas
euskara: Umetoki
فارسی: رحم
suomi: Kohtu
français: Utérus
Frysk: Liifmoer
Gàidhlig: Machlag
galego: Útero
Avañe'ẽ: Membyryru
עברית: רחם
हिन्दी: गर्भाशय
hrvatski: Maternica
Հայերեն: Կնոջ արգանդ
Bahasa Indonesia: Rahim
Ido: Utero
italiano: Utero
日本語: 子宮
Basa Jawa: Rahim
Kabɩyɛ: Pɩɣa nʋmʋʋ
қазақша: Жатыр
한국어: 자궁
kurdî: Malzarok
Кыргызча: Жатын
Latina: Uterus
lingála: Ebóteli
lietuvių: Gimda
latviešu: Dzemde
മലയാളം: ഗർഭപാത്രം
मराठी: गर्भाशय
Bahasa Melayu: Rahim
မြန်မာဘာသာ: သားအိမ်
नेपाली: पाठेघर
नेपाल भाषा: युटेरस
Nederlands: Baarmoeder
norsk nynorsk: Livmor
norsk: Livmor
occitan: Utèr
polski: Macica
português: Útero
Runa Simi: Kisma
română: Uter
русиньскый: Матка
sardu: Ùteru
Scots: Womb
srpskohrvatski / српскохрватски: Materica
Simple English: Uterus
slovenčina: Maternica
slovenščina: Maternica
chiShona: Chibereko
српски / srpski: Материца
Basa Sunda: Pianakan
svenska: Livmoder
தமிழ்: கருப்பை
తెలుగు: గర్భాశయము
тоҷикӣ: Бачадон
ไทย: มดลูก
Tagalog: Bahay-bata
Türkçe: Rahim
татарча/tatarça: Аналык
українська: Матка
oʻzbekcha/ўзбекча: Bachadon
Tiếng Việt: Tử cung
Winaray: Tagoangkan
吴语: 子宫
ייִדיש: טראכט
中文: 子宫
Bân-lâm-gú: Seⁿ-kiáⁿ-tē
粵語: 子宮