Μάραθο

Μάραθο
Μάραθο
Μάραθο
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο:Φυτά (Plantae)
Συνομοταξία:Αγγειόσπερμα (Magnoliophyta)
Ομοταξία:Δικοτυλήδονα (Magnoliopsida)
Τάξη:Σελινώδη (Apiales)
Οικογένεια:Απιίδες (Apiaceae) ή Σκιαδοφόρα (Umbelliferae)
Γένος:Μάραθον (Foeniculum)
Είδος:F. vulgare
Διώνυμο
Foeniculum vulgare
(Μάραθον το κοινόν)

MILL.
Foeniculum vulgare

Ο μάραθοςμάραθο, ή φινόκιο) είναι ποώδες και αρωματικό φυτό. Είναι δικοτυλήδονο και ανήκει στην οικογένεια των Σκιαδοφόρων. Η επιστημονική του ονομασία είναι Μάραθον το κοινόν. Περιέχει αιθέρια έλαια κατά 7% και ήταν γνωστό στην αρχαία Ελλάδα, στην Κίνα, στην Αίγυπτο και την Ινδία. Ειδικότερα, ο Πλίνιος αναφέρει 22 φαρμακευτικές ιδιότητες του φυτού.

Οι κύριες χρήσεις του φυτού είναι στη μαγειρική και ζαχαροπλαστική, την αρωματοποιία και την οινοπνευματοποιία. Από το μάραθο επίσης παρασκευάζονται φάρμακα όπως σιρόπια ενώ χρησιμοποιείται και ως μέσο για να διευκολύνεται η έκκριση γάλακτος. Από τους σπόρους του μάραθου, που έχουν καυστική γεύση, όπως αυτή του άνηθου, φτιάχνεται αιθέριο έλαιο (μαραθέλαιο). Η ποικιλία αζορικό είναι εδώδιμη και οι σαρκώδεις κολεοί των φύλλων του χρησιμοποιούνται ως λαχανικό (φινόκιο).

Πηγές

άλλες γλώσσες
Afrikaans: Vinkel
العربية: شمرة شائعة
azərbaycanca: Adi razyana
تۆرکجه: رازیانه
башҡортса: Фенхель үләне
беларуская: Фенхель звычайны
български: Резене
brezhoneg: Lost-louarn
bosanski: Komorač
català: Fonoll
нохчийн: Йиппар
čeština: Fenykl obecný
Cymraeg: Ffenigl
Deutsch: Fenchel
ދިވެހިބަސް: ދަވިއްގަނދު
English: Fennel
Esperanto: Ordinara fenkolo
euskara: Mihilu
فارسی: رازیانه
suomi: Fenkoli
français: Fenouil commun
Gaeilge: Finéal
galego: Fiúncho
ગુજરાતી: વરિયાળી
עברית: שומר פשוט
हिन्दी: सौंफ
Kreyòl ayisyen: Anis (plant)
Bahasa Indonesia: Adas
íslenska: Fenníka
日本語: フェンネル
Basa Jawa: Adas
ქართული: დიდი კამა
қазақша: Фенхель
ಕನ್ನಡ: ಸೊಂಪು
한국어: 회향
kurdî: Rizyane
मैथिली: सुप
മലയാളം: പെരുംജീരകം
मराठी: बडीशेप
Bahasa Melayu: Pokok Adas
မြန်မာဘာသာ: စမုန်စပါး
Nedersaksies: Veankel
नेपाली: सुप
Nederlands: Venkel
norsk: Fennikel
ਪੰਜਾਬੀ: ਸੌਂਫ
Piemontèis: Foeniculum vulgare
português: Funcho
Runa Simi: Inuhu
română: Fenicul
sardu: Fenugu
Scots: Finkle
سنڌي: وڏڦ
srpskohrvatski / српскохрватски: Komorač
සිංහල: මාදුරු
Simple English: Fennel
slovenčina: Fenikel obyčajný
slovenščina: Navadni komarček
shqip: Maraja
српски / srpski: Коморач
Basa Sunda: Adas
svenska: Fänkål
తెలుగు: సోంపు
Tagalog: Haras
Türkçe: Rezene
українська: Фенхель звичайний
اردو: سونف
Tiếng Việt: Tiểu hồi hương
中文: 茴香
粵語: 茴香