Λογοτεχνία

Με τον όρο Λογοτεχνία ορίζονται τα γραπτά και προφορικά προϊόντα του έντεχνου λόγου. Η λογοτεχνία είναι έννοια στενότερη από τη γραμματεία, που περιλαμβάνει το σύνολο των - γραπτών κατά κανόνα- κειμένων μιας συγκεκριμένης κοινότητας. Αυτό, λοιπόν, που διαφοροποιεί τα λογοτεχνικά κείμενα από τα μη λογοτεχνικά είναι η «λογοτεχνικότητα». Η έννοια της λογοτεχνικότητας βέβαια δεν μπορεί να οριστεί εύκολα, γι' αυτό και ο χώρος της Λογοτεχνίας δεν μπορεί να καθοριστεί με αυστηρά όρια.

Για τον καθορισμό της έννοιας της λογοτεχνικότητας έχουν γίνει πολλές προσπάθειες, οι οποίες μπορούν να διακριθούν σε δύο ομάδες, ανάλογα με τις κατευθύνσεις που ακολουθούν: η μία είναι η οντολογική εξέταση, αυτή δηλαδή που προσπαθεί να ορίσει τη Λογοτεχνία «εκ των έσω», με εσωτερικά κριτήρια, με τα οποία προσπαθεί να προσδιορίσει κάποια σταθερά χαρακτηριστικά του λογοτεχνικού λόγου. Κάποιες από τις προσπάθειες οντολογικού ορισμού είναι οι ορισμοί της Λογοτεχνίας ως «μυθοπλαστικής γραφής», ως «αποκλίνουσας χρήσης της γλώσσας» ή ως κειμένου που προσφέρει «αισθητική απόλαυση».

Η δεύτερη κατεύθυνση είναι η ιστορικο-εξελικτική εξέταση, που μελετά το «τι θεωρήθηκε κατά καιρούς λογοτεχνία». Μια τέτοια εξέταση, η οποία βέβαια δε στοχεύει στη διατύπωση κάποιου ορισμού, μας είναι ιδιαίτερα χρήσιμη, γιατί μας επιτρέπει να κατανοήσουμε τις διάφορες μεταβολές της αντιμετώπισης της Λογοτεχνίας και της λογοτεχνικότητας.

Ιστορία του όρου

Ο όρος Λογοτεχνία εμφανίζεται για πρώτη φορά τον 12ο αι. σε κείμενο του Νικήτα Ευγενειανού, με τη σημασία της ρητορικής χρήσης του λόγου, της καλλιέπειας. Με τη σημερινή σημασία χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Ιωάννη Πανταζίδη το 1886, στο άρθρο του «Φιλολογία, Γραμματολογία, Λογοτεχνία», στο περιοδικό Εστία [1]. Ο συντάκτης του άρθρου εξηγεί ότι χρησιμοποιεί τον όρο λογοτεχνία για να δηλώσει την τέχνη του λόγου, σε αντιστοιχία με τους όρους «καλλιτέχνης» και «καλλιτεχνία». Μια πρώτη νύξη για τη χρήση του όρου είχε γίνει το 1867 από τον Α. Κυπριανό, στον πρόλογο της μετάφρασης της Ιστορίας της ελληνικής φιλολογίας του K. O. Müller. Εκεί ο συγγραφέας εξηγούσε ότι προτίμησε τελικά τον καθιερωμένο όρο « φιλολογία», φοβούμενος μήπως ο καινοφανής όρος «λογοτεχνία» (τον οποίον χρησιμοποιούσε έπειτα από υπόδειξη του Ι. Πανταζίδη) ξενίσει τους αναγνώστες. Μέχρι τότε χρησιμοποιείτο ο όρος «φιλολογία» για να δηλώσει και το αντικείμενο, δηλαδή τα μνημεία του λόγου και την επιστήμη. Για να αποφεύγεται μάλιστα η σύγχυση υπήρχε και ο όρος «ελαφρά φιλολογία», που αναφερόταν στα λογοτεχνικά έργα. Σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής, ο όρος «ελαφρά φιλολογία» ήταν σε χρήση μέχρι και το 1920 περίπου [2].

άλλες γλώσσες
Afrikaans: Letterkunde
Alemannisch: Literatur
አማርኛ: ሥነ ጽሑፍ
aragonés: Literatura
العربية: أدب
অসমীয়া: সাহিত্য
asturianu: Lliteratura
Aymar aru: Qullasïwi
azərbaycanca: Ədəbiyyat
تۆرکجه: ادبیات
башҡортса: Әҙәбиәт
Boarisch: Literadua
žemaitėška: Literatūra
беларуская: Літаратура
беларуская (тарашкевіца)‎: Літаратура
български: Литература
भोजपुरी: साहित्य
বাংলা: সাহিত্য
brezhoneg: Lennegezh
bosanski: Književnost
буряад: Удха зохёол
català: Literatura
Mìng-dĕ̤ng-ngṳ̄: Ùng-hŏk
нохчийн: Литература
Cebuano: Katitikan
کوردی: وێژە
čeština: Literatura
kaszëbsczi: Lëteratura
Чӑвашла: Литература
Cymraeg: Llenyddiaeth
dansk: Litteratur
Deutsch: Literatur
Zazaki: Edebiyat
ދިވެހިބަސް: އަދަބިއްޔާތު
English: Literature
Esperanto: Literaturo
español: Literatura
eesti: Kirjandus
euskara: Literatura
estremeñu: Literatura
فارسی: ادبیات
Võro: Kirändüs
føroyskt: Bókmentir
français: Littérature
arpetan: Litèratura
Nordfriisk: Literatuur
furlan: Leterature
Frysk: Literatuer
Gaeilge: Litríocht
贛語: 文學
Gàidhlig: Litreachas
galego: Literatura
Gaelg: Lettyraght
客家語/Hak-kâ-ngî: Vùn-ho̍k
Hawaiʻi: Moʻokalaleo
עברית: ספרות
हिन्दी: साहित्य
Fiji Hindi: Literature
hrvatski: Književnost
Kreyòl ayisyen: Literati
magyar: Irodalom
interlingua: Litteratura
Bahasa Indonesia: Sastra
Interlingue: Literatura
Ilokano: Literatura
íslenska: Bókmenntir
italiano: Letteratura
日本語: 文学
Patois: Lichicha
Basa Jawa: Sastra
ქართული: ლიტერატურა
Qaraqalpaqsha: A'debiyat
Taqbaylit: Tasekla
қазақша: Әдебиет
ಕನ್ನಡ: ಸಾಹಿತ್ಯ
한국어: 문학
Перем Коми: Лыддьӧтан
къарачай-малкъар: Адабият
कॉशुर / کٲشُر: اَدَب
Kurdî: Wêje
Кыргызча: Адабият (илим)
Latina: Litterae
Ladino: Literatura
Lëtzebuergesch: Literatur
лакку: Адабият
Limburgs: Literatuur
lietuvių: Literatūra
latviešu: Literatūra
Basa Banyumasan: Sastra
Malagasy: Haisoratra
Baso Minangkabau: Sastra
македонски: Книжевност
മലയാളം: സാഹിത്യം
монгол: Утга зохиол
मराठी: साहित्य
Bahasa Melayu: Kesusasteraan
Mirandés: Literatura
မြန်မာဘာသာ: စာပေ
Napulitano: Litteratura
Plattdüütsch: Literatur
Nedersaksies: Literatuur
नेपाली: साहित्य
नेपाल भाषा: साहित्य
Nederlands: Literatuur
norsk nynorsk: Litteratur
norsk: Litteratur
Novial: Literature
Nouormand: Littéthatuthe
occitan: Literatura
Livvinkarjala: Kirjalližus
ਪੰਜਾਬੀ: ਸਾਹਿਤ
Kapampangan: Literatura
Papiamentu: Literatura
Picard: Litérature
polski: Literatura
Piemontèis: Literatura
پنجابی: ساہت
português: Literatura
Runa Simi: Simi kapchiy
română: Literatură
armãneashti: Literaturâ
русский: Литература
русиньскый: Література
Kinyarwanda: Ubuvanganzo
sicilianu: Littiratura
Scots: Leeteratur
سنڌي: ادب
srpskohrvatski / српскохрватски: Književnost
Simple English: Literature
slovenčina: Literatúra
slovenščina: Književnost
Soomaaliga: Suugaan
shqip: Letërsia
српски / srpski: Књижевност
Basa Sunda: Sastra
svenska: Litteratur
Kiswahili: Fasihi
తెలుగు: సాహిత్యం
тоҷикӣ: Адабиёт
Türkmençe: Edebiýat
Tagalog: Panitikan
Türkçe: Edebiyat
Xitsonga: Vutsari
татарча/tatarça: Әдәбият
українська: Література
اردو: ادب
oʻzbekcha/ўзбекча: Adabiyot
vèneto: Łiteratura
Tiếng Việt: Văn học
Winaray: Panuratan
Wolof: Njàngat
吴语: 文學
მარგალური: ლიტერატურა
ייִדיש: ליטעראטור
Vahcuengh: Vwnzyoz
Zeêuws: Literatuur
中文: 文學
文言: 文學
Bân-lâm-gú: Bûn-ha̍k
粵語: 文學