Λογική

Η λογική έχει δύο έννοιες. Είναι η μελέτη των τρόπων συλλογισμού (εκείνων που ισχύουν, καθώς και των εσφαλμένων), όπως και η χρήση έγκυρων συλλογισμών. Στην τελευταία αυτή έννοια, η λογική χρησιμοποιείται στις περισσότερες πνευματικές δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένης της φιλοσοφίας και της επιστήμης, αλλά στην πρώτη έννοια κατά κύριο λόγο μελετήθηκε στους κλάδους της φιλοσοφίας, των μαθηματικών, της σημασιολογίας και της πληροφορικής. Εξετάζει γενικές μορφές οι οποίες μπορούν να επιχειρηματολογηθούν. Στα μαθηματικά είναι η μελέτη των έγκυρων συμπερασμάτων μέσα σε μια τυπική γλώσσα. Η λογική επιπλέον μελετήθηκε στη θεωρία επιχειρηματολογίας.

Η λογική μελετήθηκε σε πολλούς αρχαίους πολιτισμούς, όπως Ινδία[1], Κίνα[2], Περσία και Ελλάδα. Στη Δύση, η λογική καθιερώθηκε ως επίσημος κλάδος από τον Αριστοτέλη, ο οποίος της έδωσε θεμελιώδη θέση στη φιλοσοφία. Η μελέτης της λογικής ήταν μέρος της κλασικής trivium, η οποία περιελάμβανε, επίσης, τη γραμματική και τη ρητορική. Στην Ανατολή, η λογική αναπτύχθηκε από τους Βουδιστές και τους Τζαϊνιστές.

Η λογική συχνά χωρίζεται σε τρία μέρη, τον επαγωγικό συλλογισμό, τον υποθετικό-παραγωγικό συλλογισμό και τον παραγωγικό συλλογισμό.

Πίνακας περιεχομένων

άλλες γλώσσες
Afrikaans: Logika
Alemannisch: Logik
aragonés: Lochica
العربية: منطق
مصرى: منطق
অসমীয়া: তৰ্কশাস্ত্ৰ
asturianu: Lóxica
azərbaycanca: Məntiq
تۆرکجه: منطیق
башҡортса: Логика
Boarisch: Logik
žemaitėška: Luogėka
беларуская: Логіка
беларуская (тарашкевіца)‎: Лёгіка
български: Логика
বাংলা: যুক্তি
bosanski: Logika
буряад: Ушар ухаан
català: Lògica
Chavacano de Zamboanga: Logica
нохчийн: Логика
کوردی: لۆژیک
corsu: Logica
čeština: Logika
Чӑвашла: Логика
Cymraeg: Rhesymeg
dansk: Logik
Deutsch: Logik
English: Logic
Esperanto: Logiko
español: Lógica
eesti: Loogika
euskara: Logika
estremeñu: Lógica
فارسی: منطق
suomi: Logiikka
Võro: Loogiga
français: Logique
Nordfriisk: Loogik
Frysk: Logika
Gaeilge: Loighic
贛語: 邏輯學
galego: Lóxica
עברית: לוגיקה
Fiji Hindi: Logic
hrvatski: Logika
magyar: Logika
interlingua: Logica
Bahasa Indonesia: Logika
Interlingue: Logica
Igbo: Ǹzù
Ilokano: Lohika
Ido: Logiko
íslenska: Rökfræði
italiano: Logica
日本語: 論理学
Patois: Lajik
la .lojban.: logji
Basa Jawa: Logika
ქართული: ლოგიკა
Gĩkũyũ: Logic
қазақша: Логика
ភាសាខ្មែរ: តក្កវិទ្យា
한국어: 논리학
kurdî: Mentiq
Кыргызча: Логика
Latina: Logica
Lëtzebuergesch: Logik
лакку: Мантикь
Lingua Franca Nova: Lojica
lietuvių: Logika
latviešu: Loģika
македонски: Логика
монгол: Логик
Bahasa Melayu: Logik
Mirandés: Lógica
မြန်မာဘာသာ: ယုတ္တိဗေဒ
Plattdüütsch: Logik
नेपाल भाषा: तर्क
Nederlands: Logica
norsk nynorsk: Logikk
norsk: Logikk
Novial: Logike
occitan: Logica
ਪੰਜਾਬੀ: ਤਰਕ ਸ਼ਾਸਤਰ
Norfuk / Pitkern: Lojik
polski: Logika
Piemontèis: Lògica
پنجابی: تُک
português: Lógica
română: Logică
русский: Логика
русиньскый: Лоґіка
саха тыла: Логика
ᱥᱟᱱᱛᱟᱲᱤ: ᱡᱩᱠᱛᱤ
sardu: Lògica
sicilianu: Lòggica
Scots: Logic
سنڌي: منطق
srpskohrvatski / српскохрватски: Logika
Simple English: Logic
slovenčina: Logika
slovenščina: Logika
shqip: Logjika
српски / srpski: Логика
Basa Sunda: Logika
svenska: Logik
Kiswahili: Mantiki
தமிழ்: ஏரணம்
тоҷикӣ: Мантиқ
Türkmençe: Logika
Tagalog: Lohika
Tok Pisin: Lajik
Türkçe: Mantık
татарча/tatarça: Мантыйк
тыва дыл: Билиглел
українська: Логіка
اردو: منطق
oʻzbekcha/ўзбекча: Mantiq
Tiếng Việt: Logic
walon: Lodjike
Winaray: Lohika
吴语: 邏輯
isiXhosa: I-logic
ייִדיש: לאגיק
Yorùbá: Ọgbọ́n
中文: 逻辑
文言: 理則
Bân-lâm-gú: Lô-chek
粵語: 邏輯學