Κρέπα

Κρέπες

Η κρέπα [1], είναι ένα είδος πολύ λεπτής τηγανίτας φτιαγμένη συνήθως από χυλό σιτάλευρου. Η λέξη κρέπα προέρχεται από τη γαλλική crêpe που με τη σειρά της προέρχεται από τη λατινική crispa. Η κατανάλωσή της είναι διαδεδομένη σε όλη τη Γαλλία και θεωρείται εθνικό έδεσμα. Στη Βρεττάνη η κρέπα συνοδεύεται παραδοσιακά με μηλίτη. Οι κρέπες σερβίρονται με πολλών ειδών γέμιση, από την πιο απλή που είναι ζάχαρη μέχρι ποικίλους συνδυασμούς υλικών.

Τύποι κρέπας

Μια γλυκιά κρέπα

Οι κρέπες είναι πολύ διαδεδομένες στη Γαλλία.

Τα βασικά συστατικά της ζύμης τους είναι: αλεύρι, αυγά, γάλα, βούτυρο και λίγο αλάτι.

Υπάρχουν δύο τύποι κρέπας, οι γλυκιές και οι αλμυρές.

άλλες γλώσσες
العربية: كريب (طعام)
Atikamekw: Tekirep
беларуская: Крэпы
brezhoneg: Krampouezh
català: Crep
Tsetsêhestâhese: E'kôsé'haseo'o
čeština: Crêpe
Чӑвашла: Икерчĕ
Cymraeg: Crêpe
dansk: Crêpe
Deutsch: Crêpe
English: Crêpe
español: Crepe
euskara: Krepe
فارسی: کرپ
suomi: Ohukainen
français: Crêpe
galego: Crêpe
Bahasa Indonesia: Crêpe
Ido: Krespo
íslenska: Crêpe
italiano: Crespella
日本語: クレープ
한국어: 크레프
Ripoarisch: Pannekoche
Latina: Crispa
мокшень: Пачат
кырык мары: Меленӓ
norsk: Crêpe
Diné bizaad: Abeʼ bee neezmasí
occitan: Pescajon
Papiamentu: Reskoek
polski: Crêpe
português: Crepe (culinária)
română: Clătită
shqip: Krepa
svenska: Crêpes
Tagalog: Crêpe
Türkçe: Akıtma
татарча/tatarça: Коймак
українська: Креп (страва)
Tiếng Việt: Bánh kếp
walon: Vôte
吴语: 克来普
中文: 可麗餅
粵語: 法國薄餅