Κουρκουμάς

Κιτρινόριζα,
Κουρκούμη η μακρά (Curcuma longa)
Βοτανική άποψη του φυτού Κουρκούμη η μακρά (Curcuma longa).
Βοτανική άποψη του φυτού Κουρκούμη η μακρά (Curcuma longa).
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο:Φυτά (Plantae)
Συνομοταξία:Αγγειόσπερμα (Angiosperms)
Ομοταξία:Μονοκότυλα (Monocots)
Υφομοταξία:Κομμελινίδες Commelinids
Τάξη:Ζιγγιβερώδη (Zingiberales)
Οικογένεια:Ζιγγιβερίδες (Zingiberaceae)
Γένος:... (Curcuma)
Είδος:Κ. η μακρά (C. longa)
Διώνυμο
Κουρκούμη η μακρά (Curcuma longa)
Κάρολος Λινναίος (L.)[1]
Συνώνυμα

Κουρκούμη η οικιακή
(Curcurma domestica) Valeton

Ο κουρκουμάς, ή κουρκούμη (επιστημονική ονομασία: Curcuma longa [Κουρκούμη η μακρά]) ή κιτρινόριζα, είναι ριζωματοειδές (rhizomatous)[Σημ. 1] ποώδες, πολυετές[Σημ. 2] φυτό της οικογένειας των Ζιγγιβεριδών (Zingiberaceae).[2] Είναι εγγενές στην νότια Ασία, όπου απαιτεί θερμοκρασίες μεταξύ 20 και 30 °C και ένα σημαντικό ποσό ετήσιας βροχόπτωσης για να ευδοκιμήσει.[3] Τα φυτά συγκομίζνονται κάθε χρόνο για τα ριζώματά τους και πολλαπλασιάζονται κατά την επόμενη περίοδο, από μερικά εξ αυτών των ριζωμάτων.

Όταν δεν χρησιμοποιούνται φρέσκα, τα ριζώματα βράζουν για 30–45 περίπου λεπτά και κατόπιν αποξηραίνονται σε ζεστούς φούρνους και μετά αλέθονται σε μια έντονη πορτοκαλοκίτρινη σκόνη[4] η οποία, συνήθως χρησιμοποιείται ως χρωματισμός στις κουζίνες του Μπαγκλαντές, Ινδίας, Ιράν, Πακιστάν, στα κάρυ και για βαφές.

άλλες γλώσσες
Acèh: Kunyèt
Afrikaans: Borrie
Alemannisch: Kurkuma
አማርኛ: እርድ
العربية: كركم
asturianu: Curcuma longa
azərbaycanca: Uzun sarıkök
Bikol Central: Kalawag
български: Куркума
Bahasa Banjar: Janar
bosanski: Kurkuma
català: Cúrcuma
Cebuano: Curcuma longa
čeština: Kurkuma
Cymraeg: Turmeric
dansk: Gurkemeje
Deutsch: Kurkuma
ދިވެހިބަސް: ރީނދޫ
English: Turmeric
Esperanto: Kurkumo
español: Curcuma longa
euskara: Kurkuma
فارسی: زردچوبه
français: Curcuma
Gaeilge: Tuirmeiric
Gàidhlig: Curcuma
galego: Cúrcuma
ગુજરાતી: હળદર
עברית: כורכום
हिन्दी: हल्दी
hrvatski: Kurkuma
hornjoserbsce: Jawaska kurkuma
magyar: Kurkuma
Bahasa Indonesia: Kunyit
Ido: Kurkumo
íslenska: Túrmerik
italiano: Curcuma longa
日本語: ウコン
Basa Jawa: Kunir
ಕನ್ನಡ: ಅರಿಸಿನ
한국어: 울금
Перем Коми: Curcuma longa
kurdî: Zerdeçal
Lingua Franca Nova: Curcuma
latviešu: Kurkuma
македонски: Куркума
മലയാളം: മഞ്ഞൾ
मराठी: हळद
Bahasa Melayu: Kunyit
မြန်မာဘာသာ: နနွင်း
Plattdüütsch: Kunkelmei
नेपाली: बेसार
Nederlands: Curcuma longa
norsk nynorsk: Gurkemeie
norsk: Gurkemeie
Nouormand: Jaune êpice
occitan: Curcuma
ଓଡ଼ିଆ: ହଳଦୀ
ਪੰਜਾਬੀ: ਹਲਦੀ
Kapampangan: Ange
پنجابی: ہلدی
پښتو: کورکمن
português: Açafrão-da-terra
română: Zerdiceaf
संस्कृतम्: हरिद्रा
ᱥᱟᱱᱛᱟᱲᱤ: ᱥᱟᱥᱟᱝ
سنڌي: ھيڊ
සිංහල: කහ
Simple English: Turmeric
slovenščina: Kurkuma
Soomaaliga: Huruud
српски / srpski: Kurkuma
Basa Sunda: Konéng
svenska: Gurkmeja
Kiswahili: Manjano
ತುಳು: ಮಂಜೊಲ್
తెలుగు: పసుపు
тоҷикӣ: Зардчӯба
ไทย: ขมิ้น
Tagalog: Luyang-dilaw
lea faka-Tonga: Ango
Türkçe: Zerdeçal
reo tahiti: Rea tahiti
українська: Куркума довга
اردو: ہلدی
Tiếng Việt: Nghệ
Winaray: Dulaw (luy-a)
中文: 薑黃
Bân-lâm-gú: Kiuⁿ-n̂g
粵語: 黃薑