Κιάλια

Κιάλια με πρίσμα porro

Τα κιάλια είναι ζεύγος δύο διοπτρών στερεωμένων συμμετρικά η μία δίπλα στην άλλη, ώστε να δείχνουν στην ίδια κατεύθυνση, επιτρέποντας στον χρήστη τους να βλέπει και με τα δύο μάτια μακρινά αντικείμενα. Τα περισσότερα μπορούν να χρησιμοποιηθούν κρατημένα στα χέρια, ενώ το μέγεθός τους ποικίλει από γυαλιά όπερας, μέχρι στρατιωτικά κιάλια, τα οποία είναι στερεωμένα σε βάση. Σε αντίθεση με τα τηλεσκόπια, τα οποία διαθέτουν ένα προσοφθάλμιο, τα κιάλια δίνουν τρισδιάστατη εικόνα, κυρίως για κοντινά αντικείμενα. Συνηθίζεται τα κιάλια να ταξινομούνται με την μεγέθυνση x διάμετρος αντικειμενικού φακού, π.χ. 7x50. Έτσι το 7 σημαίνει ότι τα αντικείμενα που παρατηρούμε μεγεθύνονται 7 φορές, ενώ η διάμετρος του αντικειμενικού φακού είναι 50mm.

άλλες γλώσσες
Alemannisch: Fernglas
العربية: منظار
asturianu: Prismáticos
azərbaycanca: Binokl
žemaitėška: Vėizuonā
беларуская: Бінокль
български: Бинокъл
brezhoneg: Gevellunedenn
català: Binocle
нохчийн: Турмал
Tsetsêhestâhese: É'koo'óhtotôtse
čeština: Triedr
Чӑвашла: Бинокль
Deutsch: Fernglas
English: Binoculars
Esperanto: Binoklo
español: Prismáticos
eesti: Binokkel
euskara: Prismatikoak
suomi: Kiikari
français: Jumelles
Gaeilge: Déshúileach
galego: Binóculo
ગુજરાતી: બાઇનૉક્યુલર
עברית: משקפת
hrvatski: Dvogled
հայերեն: Հեռադիտակ
Bahasa Indonesia: Binokular
italiano: Binocolo
日本語: 双眼鏡
Basa Jawa: Kèker
қазақша: Дүрбі
한국어: 쌍안경
Кыргызча: Дүрбү
lietuvių: Žiūronai
latviešu: Binoklis
Bahasa Melayu: Binokular
Plattdüütsch: Kieker (Optik)
Nederlands: Verrekijker
norsk nynorsk: Kikkert
norsk: Kikkert
polski: Lorneta
پنجابی: دوربین
پښتو: لروين
português: Binóculo
română: Binoclu
русский: Бинокль
Scots: Binoculars
srpskohrvatski / српскохрватски: Dvogled
Simple English: Binoculars
slovenščina: Binokular
српски / srpski: Двоглед
svenska: Kikare
тоҷикӣ: Дурбин
Tagalog: Largabista
Türkçe: Dürbün
татарча/tatarça: Бинокль
українська: Бінокль
Tiếng Việt: Ống nhòm