Καύσιμο ντίζελ

Το καύσιμο ντίζελ (από το diesel - στην Ελληνική βιβλιογραφία αναφέρεται και ως ντήζελ) γενικά είναι οποιοδήποτε υγρό καύσιμο χρησιμοποιείται σε ντιζελοκινητήρες, των οποίων η ανάφλεξη λαμβάνει χώρα ως αποτέλεσμα της συμπίεσης του εισερχόμενου αέριου μείγματος (χωρίς σπινθήρα) και έγχυσης του καυσίμου. Οι ντιζελοκινητήρες έχουν βρει ευρεία χρήση ως αποτέλεσμα της υψηλότερης θερμοδυναμικής και συνεπώς καλύτερων αποτελεσμάτων του καυσίμου. Αυτό σημειώνεται ειδικά όπου οι ντιζελοκινητήρες τρέχουν υπό μερικό φορτίο, επειδή η τροφοδοσία αέρα δεν περιορίζεται όπως σε έναν βενζινοκινητήρα και έτσι η αποτελεσματικότητά τους παραμένει υψηλή.

Ο πιο συνηθισμένος τύπος καυσίμου ντίζελ είναι ένα ειδικό κλασματικό απόσταγμα του πετρελαίου το καύσιμο έλαιο, αλλά υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις που δεν παράγονται από πετρέλαιο, όπως βιοντίζελ, υγρά καύσιμα από βιομάζα (Biomass to Liquid) (BTL) ή υγρά καύσιμα ντίζελ από αέρια (gas to liquid) (GTL), που αναπτύσσονται και υιοθετούνται με αυξανόμενους ρυθμούς. Για τη διάκριση αυτών των τύπων, το ντίζελ που παράγεται από πετρέλαιο αποκαλείται με αυξανόμενη συχνότητα πετροντίζελ.[1] Το πρότυπο ULSD ορίζει το καύσιμο ντίζελ με πολύ χαμηλή περιεκτικότητα σε θείο. Από το 2006, σχεδόν όλα τα καύσιμα ντίζελ πετρελαϊκής βάσης που διατίθενται στο Ηνωμένο Βασίλειο, την Ευρώπη και την Βόρεια Αμερική είναι του τύπου ULSD.

άλλες γλώσσες
Afrikaans: Diesel
العربية: ديزل (وقود)
مصرى: سولار
azərbaycanca: Dizel yanacağı
беларуская: Дызельнае паліва
беларуская (тарашкевіца)‎: Дызэльнае паліва
български: Дизелово гориво
বাংলা: ডিজেল
bosanski: Dizel gorivo
català: Gasoil
čeština: Motorová nafta
dansk: Dieselolie
English: Diesel fuel
Esperanto: Dizeloleo
español: Gasóleo
euskara: Gasolio
فارسی: سوخت دیزل
français: Gazole
Gaeilge: Gásól
עברית: סולר
हिन्दी: डीज़ल
hrvatski: Dizel
Bahasa Indonesia: Bahan bakar diesel
íslenska: Dísilolía
italiano: Gasolio
日本語: 軽油
Basa Jawa: Diesel
қазақша: Дизель отыны
한국어: 경유
lietuvių: Dyzelinas
latviešu: Dīzeļdegviela
македонски: Дизел гориво
മലയാളം: ഡീസൽ
монгол: Дизель түлш
मराठी: डीझेल
Bahasa Melayu: Diesel
မြန်မာဘာသာ: ဒီဇယ်ဆီ
Nederlands: Dieselolie
norsk nynorsk: Diesel
norsk: Diesel
ਪੰਜਾਬੀ: ਡੀਜ਼ਲ
português: Diesel
română: Motorină
sicilianu: Gassoliu
srpskohrvatski / српскохрватски: Dizel
Simple English: Diesel fuel
slovenčina: Motorová nafta
slovenščina: Dizelsko olje
Soomaaliga: Nafto
српски / srpski: Дизел-гориво
svenska: Dieselolja
Kiswahili: Dizeli
தமிழ்: டீசல்
తెలుగు: డీజిల్
Türkçe: Mazot
українська: Дизельне паливо
oʻzbekcha/ўзбекча: Dizel yonilgʻisi
Tiếng Việt: Dầu diesel
中文: 柴油
Bân-lâm-gú: Chhâ-iû
粵語: 油渣