Καρβοξυλικά οξέα

Δομή καρβοξυλικού οξέος
Δομή καρβοξυλικού ανιόντος
Δομή 3D καρβοξυλικού οξέος
Μοντέλο καρβοξυλομάδας

Τα καρβοξυλικά οξέα ή καρβονικά οξέα είναι οργανικά οξέα που χαρακτηρίζονται από την παρουσία μιας τουλάχιστον χαρακτηριστικής ομάδας καρβοξυλίου ή καρβοξυλομάδας, που συμβολίζεται: -CO2H, -COOH ή -C(=O)OH[1]. Ο γενικός τύπος τους είναι RCOOH, όπου R υδρογόνο ή κάποια άλλη μονοσθενής ρίζα. Η χαρακτηριστική καρβοξυλομάδα είναι μια σύνθετη ομάδα που αποτελείται από την παρουσία ενός καρβονυλίου (>C=O) και μιας υδροξυλομάδας (-ΟΗ) ενωμένης στο άτομο άνθρακα του καρβονυλίου[2].

Τα καρβοξυλικά οξέα είναι οξέα κατά Brønsted-Lowry, δηλαδή δότες πρωτονίων. Είναι ο πιο συνηθισμένος τύπος οργανικών οξέων. Τα απλούστερα από αυτά είναι το μεθανικό οξύ (HCOOH) και το αιθανικό οξύ (CH3COOH). Υπάρχουν καρβοξυλικά οξέα με δύο (2) καρβοξυλομάδες (δικαρβοξυλικά οξέα, από τα οποία το απλούστερο είναι το οξαλικό οξύ (HOOCCOOH), με τρεις καρβοξυλομάδες (τρικαρβοξυλικά οξέα, από τα οποία το απλούστερο είναι το καρβοξυπροπανοδιικό οξύ (CH(COOH)3), κ.τ.λ.. Το μηλιτικό οξύ (C6(COOH)6) είναι ένα παράδειγμα εξακαρβοξυλικού οξέος. Άλλα σημαντικά παραδείγματα φυσικών καρβοξυλικών οξέων είναι το κιτρικό οξύ (HOOCCH2C(OH)(COOH)CH2COOH) (το χαρακτηριστικό οξύ των λεμονιών) και το τρυγικό οξύ (ΗΟΟOCCH(OH)CH(OH)COOH) (που βρίσκεται στους ταμάρινδους).

Τα άλατα και οι εστέρες των καρβοξυλικών οξέων ονομάζονται καρβοξυλικά άλατα και καρβοξυλικοί εστέρες, αντίστοιχα. Όταν ένα καρβοξυλικό οξύ αποπρωτονιώνεται σχηματίζεται μια «συζυγής βάση», το καρβοξυλικό ανιόν. Τα ανιόντα αυτά σταθεροποιούνται σημαντικά, και ακριβώς αυτή η αυξημένη σταθερότητα, κάνει τα καρβοξυλικά οξέα πιο ισχυρά οξέα από τις αντίστοιχες αλκοόλες. Τα καρβοξυλικά οξέα μπορούν να θεωρηθούν αναγμένες ή αλκυλιωμένες μορφές του ανθρακικού οξέος, που είναι η ένυδρη μορφή του διοξείδιο του άνθρακα (CO2) και πράγματι, κάτω από ορισμένες συνθήκες, δίνουν αντιδράσεις αποκαρβοξυλίωσης, από τις οποίες εκλύεται διοξείδιο του άνθρακα.

άλλες γλώσσες
Afrikaans: Karboksielsuur
беларуская (тарашкевіца)‎: Карбонавыя кісьлі
Deutsch: Carbonsäuren
føroyskt: Carboxylsýra
magyar: Karbonsavak
Bahasa Indonesia: Asam alkanoat
日本語: カルボン酸
한국어: 카복실산
latviešu: Karbonskābes
Bahasa Melayu: Asid karboksilik
Nederlands: Carbonzuur
norsk nynorsk: Karboksylsyre
română: Acid carboxilic
srpskohrvatski / српскохрватски: Karboksilna kiselina
Simple English: Carboxylic acid
slovenščina: Karboksilna kislina
Basa Sunda: Asam karboksilat
svenska: Karboxylsyror
українська: Карбонові кислоти
oʻzbekcha/ўзбекча: Karbon kislotalar
Tiếng Việt: Axit cacboxylic
中文: 羧酸
文言: 羧酸
粵語: 羧酸