Καρβονύλιο

Μια ένωση που περιέχει μια καρβονυλομάδα (C=O)

Στην οργανική χημεία, μια καρβονυλομάδα είναι μια χαρακτηριστική ομάδα που αποτελείται από ένα άτομο άνθρακα ενωμένο με διπλό δεσμό με ένα άτομο οξυγόνου: C=O. Είναι σύνηθες σε αρκετές κατηγορίες οργανικών ενώσεων, ως μέρος πολλών μεγαλύτερων χαρακτηριστικών ομάδων. Μια ένωση που περιέχει μια καρβονυλομάδα αναφέρεται συχνά ως καρβονυλική ένωση.

Ο όρος καρβονύλιο μπορεί επίσης να αναφέρεται στο μονοξείδιο του άνθρακα ως ενός υποκαταστάτη σε ένα ανόργανο ή οργανομεταλλικό σύμπλοκο (ένα μεταλλοκαρβονύλιο, π.χ. νικελοκαρβονύλιο).

Το υπόλοιπο αυτού του άρθρου αφορά τον ορισμό του καρβονυλίου στην οργανική χημεία, όπου ο άνθρακας και το οξυγόνο μοιράζονται έναν διπλό δεσμό.

Καρβονυλικές ενώσεις

Μια καρβονυλομάδα χαρακτηρίζει του παρακάτω τύπους ενώσεων:

Ένωση Αλδεΰδη κετόνη Καρβοξυλικό οξύ Εστέρας Αμίδιο
Δομή Αλδεΰδη Κετόνη Καρβοξυλικό οξύ Εστέρας Αμίδιο
Γενικός τύπος RCHO RCOR' RCOOH RCOOR' RCONR'R''


Ένωση Ενόνη Ακυλαλογονίδιο Ανυδρίτης οξέος Ιμίδιο
Δομή Ενόνη Ακυλοχλωρίδιο Ανυδρίτης οξέος Ιμίδιο
Γενικός τύπος RC(O)C(R')CR''R''' RCOX (RCO)2O RC(O)N(R')C(O)R'''

Σημειώστε ότι συνήθως χρησιμοποιούνται οι πιο ειδικές ονομασίες. Παραδείγματος χάρη, οι δομές R(CO)O(CO)R' είναι γνωστές ως ανυδρίτες οξέος, παρά ως η πιο γενική ονομασία εστέρας, αν και η δομή του εστέρα είναι παρούσα.

Διοξείδιο του άνθρακα

Άλλες οργανικές καρβονυλικές ενώσεις είναι η ουρία και τα καρβαμιδικά, τα παράγωγα των ακυλοχλωριδίων, τα χλωροφορμικά, το φωσγένιο, ανθρακικοί εστέρες, θειοεστέρες, λακτόνες, λακτάμες, υδροξαμικά, και ισοκυανικά. Παραδείγματα ανόργανων καρβονυλικών ενώσεων είναι το διοξείδιο του άνθρακα και το θειούχο καρβονύλιο.

Μια ειδική ομάδα των καρβονυλικών ενώσεων είναι οι 1,3-δικαρβονυλικές ενώσεις που έχουν όξινα πρωτόνια στην κεντρική μονάδα μεθυλενίου. Παραδείγματα είναι τo οξύ Μέλντρουμ (Meldrum's acid), ο μηλονικός διαιθυλεστέρας (diethyl malonate) και η ακετυλακετόνη (acetylacetone).

άλλες γλώσσες
العربية: كربونيل
català: Carbonil
Cymraeg: Carbonyl
Esperanto: Karbonila grupo
español: Grupo carbonilo
euskara: Karbonilo
فارسی: کربونیل
suomi: Karbonyyli
Gaeilge: Carbóinil
galego: Carbonilo
עברית: קרבוניל
Bahasa Indonesia: Karbonil
italiano: Carbonile
한국어: 카보닐기
latviešu: Karbonilgrupa
Nederlands: Carbonylgroep
norsk nynorsk: Karbonyl
norsk: Karbonyl
ਪੰਜਾਬੀ: ਕਾਰਬੋਨਿਲ
português: Carbonila
română: Carbonil
Scots: Carbonyl
srpskohrvatski / српскохрватски: Karbonil
Simple English: Carbonyl
српски / srpski: Karbonilna grupa
svenska: Karbonylgrupp
Türkçe: Karbonil grubu
українська: Карбонільна група
Tiếng Việt: Cacbonyl
中文: 羰基