Καρβονύλιο

Μια ένωση που περιέχει καρβονυλομάδα (C=O)

Στην οργανική χημεία, μια καρβονυλομάδα είναι μια χαρακτηριστική ομάδα που αποτελείται από ένα άτομο άνθρακα ενωμένο με διπλό δεσμό με ένα άτομο οξυγόνου: C=O. Είναι σύνηθες σε αρκετές κατηγορίες οργανικών ενώσεων, ως μέρος πολλών μεγαλύτερων χαρακτηριστικών ομάδων. Μια ένωση που περιέχει καρβονυλομάδα αναφέρεται συχνά ως καρβονυλική ένωση.

Ο όρος καρβονύλιο μπορεί επίσης να αναφέρεται στο μονοξείδιο του άνθρακα ως ενός υποκαταστάτη σε ένα ανόργανο ή οργανομεταλλικό σύμπλοκο (ένα μεταλλοκαρβονύλιο, π.χ. νικελοκαρβονύλιο).

Το υπόλοιπο αυτού του άρθρου αφορά τον ορισμό του καρβονυλίου στην οργανική χημεία, όπου ο άνθρακας και το οξυγόνο μοιράζονται έναν διπλό δεσμό.

άλλες γλώσσες
العربية: كربونيل
català: Carbonil
Cymraeg: Carbonyl
Esperanto: Karbonila grupo
español: Grupo carbonilo
euskara: Karbonilo
فارسی: کربونیل
suomi: Karbonyyli
Gaeilge: Carbóinil
galego: Carbonilo
עברית: קרבוניל
Bahasa Indonesia: Karbonil
italiano: Carbonile
한국어: 카보닐기
latviešu: Karbonilgrupa
Nederlands: Carbonylgroep
norsk nynorsk: Karbonyl
norsk: Karbonyl
ਪੰਜਾਬੀ: ਕਾਰਬੋਨਿਲ
português: Carbonila
română: Carbonil
Scots: Carbonyl
srpskohrvatski / српскохрватски: Karbonil
Simple English: Carbonyl
српски / srpski: Karbonilna grupa
svenska: Karbonylgrupp
Türkçe: Karbonil grubu
українська: Карбонільна група
Tiếng Việt: Cacbonyl
中文: 羰基