Κάτοπτρο

Κάτοπτρο ονομάζεται το αντικείμενο του οποίου η επιφάνεια του ανακλά τις ακτίνες φωτός με αποτέλεσμα να σχηματίζεται το είδωλο του περιβάλλοντα χώρου πάνω σε αυτή. Ο πιο γνωστός τύπος κατόπτρου είναι το επίπεδο κάτοπτρο ή καθρέφτης, το οποίο έχει επίπεδη επιφάνεια. Επίσης, υπάρχουν τα καμπύλα κάτοπτρα που σχηματίζουν μεγεθυμένα ή είδωλα υπό σμίκρυνση, ή εστιάζουν το φως.

Παράλληλη δέσμη φωτός προσπίπτει σε κοίλο κάτοπτρο

Η πιο συνηθισμένη χρήση του κατόπτρου είναι με τη μορφή καθρέφτη. Παρόλα αυτά κάτοπτρα χρησιμοποιούνται σε πειραματικές διατάξεις όπως τα τηλεσκόπια και τα λέιζερ, όπως επίσης σε μηχανήματα της βιομηχανίας. Παρόλο που τα περισσότερα κάτοπτρα κατασκευάζονται για να αντανακλούν το ορατό φως, υπάρχουν κάτοπτρα που ανακλούν άλλα μήκη κύματος της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας, ιδιαίτερα σε όργανα οπτικής.

Σε ένα επίπεδο κάτοπτρο μια παράλληλη δέσμη φωτός αλλάζει διεύθυνση κίνησης αλλά εξακολουθεί να παραμένει παράλληλη. Τα είδωλα που παράγονται από επίπεδα κάτοπτρα είναι φανταστικά και έχουν το μέγεθος του πραγματικού αντικειμένου. Επίσης υπάρχουν κοίλα κάτοπτρα, όπου μια παράλληλη δέσμη φωτός συγκλίνει σε ένα σημείο που αποτελεί την εστία του κατόπτρου. Τέλος υπάρχουν κυρτά κάτοπτρα στα οποία μια παράλληλη δέσμη φωτός αποκλίνει δίνοντας την εντύπωση ότι προέρχεται από μια σημειακή πηγή η οποία βρίσκεται «πίσω» από το κάτοπτρο. Πρακτικά τα κοίλα και κυρτά κάτοπτρα δεν εστιάζουν μια παράλληλη δέσμη φωτός σε ένα σημείο λόγω σφαιρικής εκτροπής. Αντίθετα τα παραβολικά κάτοπτρα επιτρέπουν παράλληλες δέσμες φωτός (φως από μακρινά αστέρια ή δέσμες λέιζερ) να εστιάζονται σε μια πολύ μικρή περιοχή, όμως δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε κοντινές αποστάσεις γιατί δεν σχηματίζουν είδωλα κοντινών αντικειμένων αφού η δέσμη φωτός που προσπίπτει σε αυτά δεν είναι παράλληλη.

Η γωνία πρόσπτωσης μιας δέσμης φωτός που προσπίπτει σε ένα κάτοπτρο είναι ίση με την γωνία ανάκλασης. Έτσι λοιπόν αν η προσπίπτουσα δέσμη σχηματίζει γωνία 30° με ευθεία κάθετη στο επίπεδο του κατόπτρου, τότε ανακλάται επίσης υπό γωνία 30° από την αντίθετη πλευρά.

άλλες γλώσσες
العربية: مرآة
ܐܪܡܝܐ: ܡܚܙܝܬܐ
asturianu: Espeyu
azərbaycanca: Güzgü
تۆرکجه: گؤزگو
žemaitėška: Zelkorios
беларуская: Люстра
беларуская (тарашкевіца)‎: Люстра
български: Огледало
Bahasa Banjar: Caramin
বাংলা: দর্পণ
brezhoneg: Melezour
bosanski: Ogledalo
català: Mirall
Mìng-dĕ̤ng-ngṳ̄: Giáng
ᏣᎳᎩ: ᏓᏎᏘ
کوردی: ئاوێنە
čeština: Zrcadlo
Чӑвашла: Тĕкĕр
Cymraeg: Drych
dansk: Spejl
Deutsch: Spiegel
English: Mirror
Esperanto: Spegulo
español: Espejo
eesti: Peegel
euskara: Ispilu
فارسی: آینه
suomi: Peili
Võro: Piigli
français: Miroir
Gaeilge: Scáthán
galego: Espello
Avañe'ẽ: Ñeangecha
עברית: מראה
हिन्दी: दर्पण
hrvatski: Zrcalo
Kreyòl ayisyen: Glas (pou gade)
magyar: Tükör
հայերեն: Հայելի
Bahasa Indonesia: Cermin
Ilokano: Sarming
Ido: Spegulo
italiano: Specchio
日本語:
Basa Jawa: Pengilon
ქართული: სარკე
қазақша: Айна
ಕನ್ನಡ: ಕನ್ನಡಿ
한국어: 거울
kurdî: Awêne
Latina: Speculum
Limburgs: Spegel
lumbaart: Spegg
lietuvių: Veidrodis
latviešu: Spogulis
македонски: Огледало
മലയാളം: കണ്ണാടി
मराठी: आरसा
Bahasa Melayu: Cermin
Mirandés: Speilho
မြန်မာဘာသာ: ကြည့်မှန်
эрзянь: Чавачамо
Nāhuatl: Tezcatl
Nedersaksies: Spegel
नेपाली: ऐना
नेपाल भाषा: न्हाय्‌कं
Nederlands: Spiegel (optica)
norsk nynorsk: Spegel
norsk: Speil
Nouormand: Mireus
occitan: Miralh
ਪੰਜਾਬੀ: ਸ਼ੀਸ਼ਾ
Deitsch: Schpiggel
polski: Lustro
پښتو: هينداره
português: Espelho
Runa Simi: Rirpu
română: Oglindă
русский: Зеркало
русиньскый: Зеркало
sicilianu: Specchiu
سنڌي: آرسي
srpskohrvatski / српскохрватски: Ogledalo
සිංහල: දර්පණ
Simple English: Mirror
slovenčina: Zrkadlo
slovenščina: Zrcalo
српски / srpski: Ogledalo
Basa Sunda: Kaca eunteung
svenska: Spegel
తెలుగు: దర్పణం
тоҷикӣ: Оина
Türkçe: Ayna
українська: Дзеркало
اردو: آئینہ
oʻzbekcha/ўзбекча: Koʻzgu
vepsän kel’: Zerkol
Tiếng Việt: Gương
Winaray: Espiho
吴语: 平面镜
ייִדיש: שפיגל
中文:
Bân-lâm-gú: Kiàⁿ
粵語: