Ιερέας

Ορισμός: Ο ιερέας ασκεί λειτουργικά, ποιμαντικά και διοικητικά καθήκοντα που αντιστοιχούν στο βαθμό της ιεροσύνης που φέρει.

Περιγραφή: Το επάγγελμα του ιερέα θεωρείται λειτούργημα και τα καθήκοντα του ορίζονται από το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα, τους αποστολικούς και συνοδικούς κανόνες, την Ιερά Παράδοση και τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδας ή τους ανάλογους ιερούς κανόνες άλλων επίσημα αναγνωρισμένων δογμάτων.

Ο κληρικός τελεί την ακολουθία, κατά το τυπικό κάθε περίστασης, εκφωνεί το κατά περίπτωση κήρυγμα, δέχεται τις εξομολογήσεις των πιστών, τους συμβουλεύει, τους βοηθάει και τους εμψυχώνει.

Ως εφημέριος, οργανώνει τη ζωή της ενορίας του, δημιουργεί κοινωνικές και φιλανθρωπικές εκδηλώσεις και δρα ως κινητήριος μοχλός για την προσέγγιση, την επικοινωνία και την αλληλοκατανόηση των ανθρώπων. Επίσης, φροντίζει ο ιερός ναός να γίνει χώρος λατρείας και έμπρακτης χριστιανικής αγάπης και παίρνει πρωτοβουλίες για τη θεραπεία ή την προσωρινή ανακούφιση των ευάλωτων ή κοινωνικά αποκλεισμένων κοινωνικών ομάδων και ατόμων.

Προϋποθέσεις άσκησης: Δεν απαιτείται άδεια για την άσκησή του επαγέλματος.

Νομοθετική κατοχύρωση: Το επάγγελμα κατοχυρώνεται νομικά από το Σύνταγμα της Ελλάδας.

Σπουδαιότητα: Η πίστη και η αφοσίωση στη θρησκεία είναι προαπαιτούμενο, ώστε ο ενδιαφερόμενος να επιλέξει να ζήσει τη ζωή του όπως επιβάλλει η θρησκεία. Ο ιερέας πρέπει να διαθέτει ήθος, ευσέβεια και υψηλό αίσθημα κοινωνικής ευθύνης, να είναι εγκρατής, φιλεύσπλαχνος, φιλάνθρωπος και ταπεινός. Πρέπει ακόμη να έχει υπομονή και επιμονή, υψηλό αίσθημα προσφοράς και πρωτοβουλίας, απόλυτη εχεμύθεια για όσα του εμπιστεύονται οι άνθρωποι με την εξομολόγηση. Επίσης, πρέπει να έχει ηρεμία ψυχής, αγάπη για το Θεό και το συνάνθρωπο και ικανότητα επικοινωνίας με το ποίμνιό του.

Μέλλον: Οι προοπτικές απασχόλησης στο επάγγελμα του ιερέα είναι σχετικά περιορισμένες, καθώς δεν αυξάνονται αισθητά οι οργανικές θέσεις και δεν αδειάζουν εύκολα οι ενορίες, αφού η τοποθέτηση των ιερέων είναι με ισόβια θητεία.

Επαγγελματικές συνθήκες: Το υψηλό ποσοστό ευθύνης αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό του επαγγέλματος του ιερέα. Ο ιερός ναός και η ενορία του, είναι ο κύριος χώρος άσκησης του λειτουργήματος, αλλά πολλές φορές μεταβαίνει και σε άλλους χώρους, όπως σε σπίτια για τέλεση αγιασμού, σε επιχειρήσεις για τελετές εγκαινίων και γενικά όπου του ζητείται να τελέσει κάποια θρησκευτική πράξη. Ο ιερέας είναι από τη φύση της εργασίας του υποχρεωμένος να έρχεται σε επαφή με άτομα κάθε κοινωνικοεκπαιδευτικού επιπέδου και ηθικής, αλλά και με κάθε είδους πάσχοντες.

Οι συνθήκες που αντιμετωπίζει, εξαρτώνται από το βαθμό ιεροσύνης που φέρει, τα συγκεκριμένα καθήκοντα που ασκεί, το χώρο όπου υπηρετεί. Εξαρτώνται επίσης από τις κοινωνικές δραστηριότητες που αναλαμβάνει. Στις μεγάλες πόλεις δεν είναι συνήθως δύσκολες, εκτός από ορισμένες περιόδους έντονης θρησκευτικής ζωής, όπως η Μεγάλη Εβδομάδα. Ο ιερέας δεν έχει σαφώς προσδιορισμένο ωράριο απασχόλησης. Ορθόδοξοι κληρικοί με συγκεκριμένο βαθμό ιεροσύνης (επίσκοποι) είναι άγαμοι.

Γενικά σχόλια: Η πίστη και η αφοσίωση στα θεία, η αγάπη για τον Θεό και τους συνανθρώπους, είναι τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα ενός ιερέα. Ο ιερέας, είναι αφοσιωμένος ψυχή και σώμα στο λειτούργημα που ασκεί, είναι μακριά από κάθε είδους σκοπιμότητα, μικροψυχία, ή εμπάθεια και προσπαθεί μέσω της θείας λειτουργίας, να μεταδώσει πίστη και αγάπη για το Θεό στο ποίμνιό του.

άλλες γλώσσες
العربية: قس
ܐܪܡܝܐ: ܟܗܢܐ
asturianu: Sacerdote
azərbaycanca: Rahib
Boarisch: Priesta
žemaitėška: Žīnīs
Bikol Central: Padi (katongdan)
беларуская: Святар
български: Свещеник
བོད་ཡིག: ཆོས་དཔོན།
brezhoneg: Beleg
català: Sacerdot
کوردی: قەشە
čeština: Kněz
Чӑвашла: Сăвапçă
Cymraeg: Offeiriad
dansk: Præst
Deutsch: Priester
Zazaki: Papaz
emiliàn e rumagnòl: Prét
English: Priest
Esperanto: Pastro
español: Sacerdote
eesti: Preester
euskara: Apaiz
فارسی: کشیش
suomi: Pappi
français: Prêtre
Frysk: Preester
Gaeilge: Sagart
Gàidhlig: Sagart
galego: Sacerdote
Avañe'ẽ: Pa'i
हिन्दी: पादरी
hrvatski: Svećenik
Bahasa Indonesia: Imam
íslenska: Prestur
italiano: Sacerdote
日本語: 司祭
Basa Jawa: Imam
ქართული: მღვდელი
ភាសាខ្មែរ: បូជាចារ្យ
한국어: 사제
kurdî: Keşe
Latina: Sacerdos
Lëtzebuergesch: Priister
Limburgs: Preester
lumbaart: Prevet
lingála: Sángó
lietuvių: Dvasininkas
latviešu: Priesteris
олык марий: Юмызо
кырык мары: Иерей
Nāhuatl: Teopixqui
Napulitano: Sacerdote
Nederlands: Priester
norsk nynorsk: Prest
norsk: Prest
occitan: Prèire
ਪੰਜਾਬੀ: ਪਾਦਰੀ
polski: Kapłan
português: Sacerdote
Runa Simi: Kura
română: Preot
armãneashti: Preftu
русский: Священник
русиньскый: Священик
саха тыла: Аҕабыыт
Scots: Priest
srpskohrvatski / српскохрватски: Svećenik
Simple English: Priest
slovenčina: Kňaz
slovenščina: Duhovnik
shqip: Prifti
српски / srpski: Свештеник
svenska: Präst
Kiswahili: Kuhani
Tagalog: Pari
Türkçe: Papaz
татарча/tatarça: Рухани
українська: Священик
اردو: قسیس
vèneto: Prete
Tiếng Việt: Tư tế
Winaray: Padi
吴语: 神父
中文: 祭司
粵語: 神父