Θεοκρατία

Με τον όρο θεοκρατία (κράτος θεού) εννοείται εκείνο το σύστημα διακυβέρνησης στο οποίο ο θεός ή μια θεότητα θεωρείται ανώτατος άρχων και η διακυβέρνηση γίνεται συχνά από έναν εγκόσμιο άρχοντα, ελέω θεού μονάρχη. Το ρόλο της διακυβέρνησης αναλαμβάνει ενίοτε πέραν του ελέω θεού μονάρχη το ιερατείο της επίσημης θρησκείας του κράτους [1] [2].

Κοινός τόπος οι θεοκρατίες σε κοινωνίες της αρχαιότητας υπήρξαν στην αρχαία Αίγυπτο και άλλους αρχαίους πολιτισμούς της Ανατολής [3]. Ο όρος πρωτοεμφανίζεται στον Ιώσηπο [4], που τον χρησιμοποίησε για να υποδείξει την πολιτική οργάνωση των Εβραίων. Τούτο γιατί πριν την εγκαθίδρυση της βασιλείας στο αρχαίο Ισραήλ ο Θεός θεωρείτο υπέρτατος κυβερνήτης των Εβραίων και οι νόμοι του αφορούσαν τόσο σε θρησκευτικές, όσο και πολιτικές υποχρεώσεις [5].

Από τη σκιώδη μορφή του βασιλέα-ιερέα Μελχισεδέκ, στον βασιλέα Δαβίδ και τον Μωυσή, φαίνεται πως η θεοκρατία στη μορφή της θεότητας ως ανώτατου άρχοντα ή ως κυβερνώντος ιερατείου δεν είναι άγνωστη στον ιουδαιοχριστιανικό κόσμο [6]. Παρόλα αυτά η ιστορία γενικά προσδιορίζει την Περσία ως τόπο ανάπτυξης της ιδέας του θείου μονάρχη. Ιδέα που απαντάται την εποχή της κατάκτησης της Περσίας από τον Αλέξανδρο Γ' τον Μακεδόνα, αναλαμβάνεται από τον έλληνα μονάρχη και εισρέει έκτοτε στα ελληνιστικά βασίλεια. Θα πρέπει να τονιστεί εδώ ότι η ιδέα της κοσμικής εξουσίας του Θεού δεν είναι άγνωστη στους αρχαίους Έλληνες, για παράδειγμα τον Αριστοτέλη, που θεωρεί ότι ο ιδανικός βασιλέας είναι η γήινη εικόνα του Δία [7].

Από την εποχή του Αυγούστου Καίσαρα και μετά η ρωμαϊκή εξουσία προβαλλόταν ως επέκταση της θεϊκής, με τον αυτοκράτορα να έχει αρχιερατικό ρόλο (pontifex maximus) και να λατρεύεται και ο ίδιος ως θεός. Σε αυτό το πλαίσιο, η ρωμαϊκή Σύγκλητος τελούσε θρησκευτικά καθήκοντα.

Η ιδέα του ελέω θεού μονάρχη είναι παρούσα στη Βυζαντινή αυτοκρατορία, με αυτοκράτορες που προσπαθούσαν σε γενικές γραμμές, όχι πάντα επιτυχώς να προωθήσουν την εικόνα του μονάρχη ως κεφαλή της εκκλησίας, και στην αγία ρωμαϊκή αυτοκρατορία με εσωτερικές συγκρούσεις της μεσαιωνικής Γερμανίας και της Καθολικής εκκλησίας [8].

Σύγχρονες μορφές θεοκρατίας

Σχετικά σύγχρονες μορφές θεοκρατίας θεωρούνται τα Παπικά Κράτη [9], η Γενεύη του Ζαν Κοβέν (Jehan Cauvin) επί το κοσμικότερον, στην οποία ο μεταρρυθμιστής θεολόγος προσπάθησε να διαμορφώσει μια ιδανική θεοκρατία [10], το Αφγανιστάν κατά τη διακυβέρνηση των Ταλιμπάν και σήμερα το Βατικανό και η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν [11]

άλλες γλώσσες
Afrikaans: Teokrasie
Alemannisch: Gottesstaat
العربية: ثيوقراطية
asturianu: Teocracia
azərbaycanca: Teokratiya
беларуская: Тэакратыя
беларуская (тарашкевіца)‎: Тэакратыя
български: Теокрация
català: Teocràcia
нохчийн: Теократи
čeština: Teokracie
Cymraeg: Theocrataeth
dansk: Teokrati
Deutsch: Theokratie
English: Theocracy
Esperanto: Teokratio
español: Teocracia
eesti: Teokraatia
euskara: Teokrazia
suomi: Teokratia
føroyskt: Teokrati
français: Théocratie
Frysk: Teokrasy
galego: Teocracia
עברית: תאוקרטיה
हिन्दी: धर्मतंत्र
hrvatski: Teokracija
Kreyòl ayisyen: Teokrasi
magyar: Teokrácia
Bahasa Indonesia: Teokrasi
íslenska: Klerkaveldi
italiano: Teocrazia
日本語: 神権政治
Patois: Tiyakrasi
ქართული: თეოკრატია
қазақша: Теократия
한국어: 신권 정치
Кыргызча: Теократия
Latina: Theocratia
Lëtzebuergesch: Theokratie
lietuvių: Teokratija
latviešu: Teokrātija
македонски: Теократија
Bahasa Melayu: Teokrasi
Mirandés: Teocracie
नेपाल भाषा: धर्मतन्त्र
Nederlands: Theocratie
norsk nynorsk: Teokrati
norsk: Teokrati
occitan: Teocracia
ਪੰਜਾਬੀ: ਧਰਮਰਾਜ
polski: Teokracja
português: Teocracia
română: Teocrație
русский: Теократия
sicilianu: Teocrazzìa
Scots: Theocracy
srpskohrvatski / српскохрватски: Teokracija
Simple English: Theocracy
slovenčina: Teokracia
slovenščina: Teokracija
српски / srpski: Теократија
svenska: Teokrati
Tagalog: Teokrasya
Türkçe: Teokrasi
українська: Теократія
oʻzbekcha/ўзбекча: Teokratiya
Tiếng Việt: Thần quyền
Winaray: Teokrasyá
მარგალური: თეოკრატია
中文: 神權政治
Bân-lâm-gú: Sîn-chú-chú-gī