Ηλεκτρικό ρεύμα

Ηλεκτρομαγνητισμός
Ηλεκτρισμός · Μαγνητισμός
Πρότυπο: προβ.    

Το Ηλεκτρικό ρεύμα είναι η προσανατολισμένη κίνηση ηλεκτρικών φορτίων ή φορέων ηλεκτρικού φορτίου, κατά μήκος ενός ηλεκτροφόρου αγωγού. Ένα παρεμφερές φαινόμενο είναι το ρεύμα μετατόπισης, ποσότητα που σχετίζεται με την αλλαγή του ηλεκτρικού πεδίου. Μετριέται σε μονάδες μέτρησης της έντασης του ηλεκτρικού ρεύματος και αντιστοιχεί σε αυτό ένα μεταβαλλόμενο μαγνητικό πεδίο.

Από τον ορισμό του ηλεκτρικού ρεύματος προκύπτει ότι για να εμφανιστεί χρειάζονται δύο προϋποθέσεις:

  • Η ύπαρξη φορέων ηλεκτρικού φορτίου με ελευθερία κίνησης.
  • Αίτιο για την προσανατολισμένη κίνηση των φορέων, δηλαδή κάποιο ηλεκτρικό πεδίο.

Συνήθως τα ηλεκτρικά φορτία είναι ελεύθερα ηλεκτρόνια μεταλλικών αντικειμένων όπως στα καλώδια. Το ηλεκτρικό ρεύμα είναι η μεταφερόμενη ηλεκτρική ενέργεια. Το ηλεκτρικό ρεύμα προκαλεί τη θέρμανση των σωμάτων τα οποία διαρρέει. Συσκευές που λειτουργούν με βάση τα θερμικά αποτελέσματα του ηλεκτρικού ρεύματος είναι ο θερμοσίφωνας και η ηλεκτρική κουζίνα.

άλλες γλώσσες
Alemannisch: Elektrischer Strom
العربية: تيار كهربائي
azərbaycanca: Elektrik cərəyanı
башҡортса: Электр тогы
беларуская: Электрычны ток
беларуская (тарашкевіца)‎: Электрычны ток
нохчийн: Ток
Esperanto: Elektra kurento
Nordfriisk: Stroom
עברית: זרם חשמלי
Kreyòl ayisyen: Kouran elektrik
interlingua: Currente electric
Bahasa Indonesia: Arus listrik
Ido: Korento
íslenska: Rafstraumur
日本語: 電流
Qaraqalpaqsha: Elektr togı
қазақша: Электр тогы
한국어: 전류
Кыргызча: Электр тогу
lietuvių: Elektros srovė
Malagasy: Rianaratra
македонски: Електрична струја
മലയാളം: വൈദ്യുതധാര
Bahasa Melayu: Arus elektrik
မြန်မာဘာသာ: လျှပ်စီး
Nederlands: Elektrische stroom
norsk nynorsk: Elektrisk straum
ਪੰਜਾਬੀ: ਬਿਜਲਈ ਕਰੰਟ
Piemontèis: Corent elétrica
پنجابی: کرنٹ
português: Corrente elétrica
română: Curent electric
srpskohrvatski / српскохрватски: Električna struja
Simple English: Electric current
slovenščina: Električni tok
српски / srpski: Електрична струја
Basa Sunda: Arus listrik
Kiswahili: Mkondo wa umeme
ślůnski: Sztrům
татарча/tatarça: Электр агымы
ئۇيغۇرچە / Uyghurche: توك ئېقىمى
українська: Електричний струм
اردو: برقی رو
oʻzbekcha/ўзбекча: Elektr toki
Tiếng Việt: Dòng điện
吴语: 电流
მარგალური: ელექტრული დენი
中文: 电流
Bân-lâm-gú: Tiān-liû
粵語: 電流