Ηλεκτρική αντίσταση

Ηλεκτρομαγνητισμός
Ηλεκτρισμός · Μαγνητισμός
Πρότυπο: προβ.    

Η ηλεκτρική αντίσταση ενός αγωγού είναι η δυσκολία (αντίσταση) που παρουσιάζεται στη διέλευση ηλεκτρικού ρεύματος δια μέσου ενός αγωγού. Η αντίθετη έννοια ονομάζεται ηλεκτρική αγωγιμότητα, η οποία αναφέρεται στην ευκολία διέλευσης ηλεκτρικού ρεύματος. Οι ηλεκτρικές αντιστάσεις μπορούν να παραλληλιστούν με την ιδέα της μηχανικής τριβής. Στο Διεθνές σύστημα μονάδων (SI) η μονάδα ηλεκτρικής αντίστασης μετριέται σε Ωμ (και συμβολίζεται με το ελληνικό γράμμα Ω), ενώ η ηλεκτρική αγωγιμότητας μετριέται σε μονάδα siemens (S).

Όλα τα υλικά παρουσιάζουν κάποια μορφή αντίστασης εκτός από τα υπεραγώγιμα υλικά τα οποία έχουν αντίσταση μηδέν.

Η αντίσταση (R) είναι μια μονάδα η οποία ορίζεται ως το κλάσμα της τάσης του υλικού (V) προς το ρεύμα (I). Η αγωγιμότητα (G) ορίζεται ως το ανάποδο:

Για πολλά είδη υλικών και συνθήκες, τα V και I είναι έχουν άμεση και γραμμική συσχέτιση, έτσι το R και G θεωρούνται σταθερές (παρόλο που μπορούν να επηρεάζονται από άλλες παραμέτρους όπως την θερμοκρασία). Αυτή η αναλογία ονομάζεται νόμος του Ωμ και τα υλικά που ικανοποιούν αυτή τη σχέση ονομάζονται Ωμικά υλικά.[1]

Σε κάποιες περιπτώσεις όπως την δίοδο ή την μπαταρία, τα V και I δεν είναι γραμμικά συσχετιζόμενα, δηλαδή οι καμπύλες I-V δεν είναι γραμμικές (ξεκινώντας από την αρχή των αξόνων) και έτσι ο νόμος του Ωμ δεν ισχύει. Η συσχέτιση V/I αναφέρεται ως "στατική αντίσταση".[2][3] Σε κάποιες περιπτώσεις η παράγωγος της σχέσης χρησιμοποιείται, και ονομάζεται διαφορική αντίσταση.

άλλες γλώσσες
azərbaycanca: Elektrik müqaviməti
беларуская (тарашкевіца)‎: Супор
বাংলা: রোধ
dansk: Resistans
eesti: Takistus
Kreyòl ayisyen: Rezistans (kouran)
Bahasa Indonesia: Hambatan listrik
íslenska: Rafmótstaða
日本語: 電気抵抗
한국어: 전기저항
македонски: Електричен отпор
Bahasa Melayu: Rintangan elektrik
Plattdüütsch: Elektrisch Wedderstand
norsk nynorsk: Elektrisk motstand
polski: Rezystancja
srpskohrvatski / српскохрватски: Električni otpor
Simple English: Electrical resistance
slovenčina: Elektrický odpor
slovenščina: Električni upor
chiShona: Mukweso
српски / srpski: Електрични отпор
Seeltersk: Wierstand
svenska: Resistans
தமிழ்: மின்தடை
Tagalog: Resistensiya
татарча/tatarça: Электр каршылыгы
ئۇيغۇرچە / Uyghurche: قارشىلىق
українська: Електричний опір
oʻzbekcha/ўзбекча: Elektr qarshilik
Tiếng Việt: Điện trở
吴语: 电阻
中文: 电阻
文言: 電阻
Bân-lâm-gú: Tiān-chó͘
粵語: 電阻